Αρχειοθήκη ιστολογίου
-
▼
2021
(18)
-
▼
Μαΐου
(12)
- Περίκλειστος Πόλη του Κωνσταντίνου Κόκκινου
- Επιστολή της Κωνσταντίνας Πασσιά
- ''Ένα τελευταίο αντίο'' της Κατερίνας Καρανίκα
- ΣΕΛΙΔΕΣ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ του Κωνσταντίνου Σιόντη
- Προσκύνημα στη γενέτειρα του Αλέξη Ζιώγα
- ''Βαρώσια, Πόλη φάντασμα'' της Αποστολίας Δραγατσ...
- Δεν Ξεχνώ... του Γιώργου Σαλούκα
- ''Προσκύνημα στην Αμμόχωστο''της Αμαλίας Λαΐου
- Πόλη φάντασμα (ποίημα) της Βασιλικής Καραΐσκου
- ''Ημερολόγιο '' της Σύνθιας Μπάτζιου
- ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ του Ματθαίου Σιαχολέβα
- Αμμόχωστος η πόλη φάντασμα, Παρουσίαση της Ευτυχία...
-
▼
Μαΐου
(12)
Πέμπτη 20 Μαΐου 2021
Τετάρτη 19 Μαΐου 2021
Επιστολή της Κωνσταντίνας Πασσιά
Αγαπητοί γείτονες Τούρκοι ,
Με αφορμή τις έντονες αντιπαραθέσεις και τις διαμάχες ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία σας γράφω αυτή την επιστολή διαμαρτυρίας για ένα από τα πολλά αίτιά τους, το λεγόμενο Κυπριακό Ζήτημα. Το «Κυπριακό» είναι ένα διεθνές πρόβλημα, το οποίο προέκυψε από την παράνομη εισβολή των προγόνων σας και την κατάληψη του Βόρειου τμήματος του νησιού της Κύπρου το 1974. Το Κυπριακό επηρεάζει ακόμη και σήμερα πολλούς παράγοντες και επειδή παραμένει άλυτο είναι μία «εστία αναταραχής» στην νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Αρχικά προτού κάνατε την έφοδό σας στο νησί έπρεπε να σκεφτείτε τις αρνητικές επιδράσεις στην Κυπριακή Δημοκρατία. Οι περισσότεροι ντόπιοι άφησαν τις περιουσίες τους , τα ήθη και τα έθιμά τους και αναγκάστηκαν να προσφύγουν σε άλλες περιοχές με διαφορετική νοοτροπία και χωρίς κανένα πόρο ζωής. Σύμφωνα με στατιστικές μελέτες προσφυγοποιήθηκαν γύρω στις 150.000 Ελληνοκύπριοι. Επίσης πολλοί άνθρωποι έχασαν την ζωή τους ή τραυματίστηκαν σοβαρά ενώ πολλοί αγνοούνται ακόμα και σήμερα. Εκτός από τους ανθρώπους κακοποίηση υπέστη και τα οικοδομήματα όπου σήμερα επειδή τα περισσότερα είναι ακατοίκητα κυριαρχεί η φύση ( π.χ. πόλη της Αμμοχώστου ). Τέλος έπρεπε να σκεφτείτε τα αποτελέσματα για την χώρα σας που αμαυρώθηκε η φήμη σας και σχηματίστηκε σχίσμα ανάμεσα στην χώρα σας και την πολλές άλλες χώρες που είναι σύμμαχοι με την Κύπρο όπως η Ελλάδα.
Η εισβολή στην Κύπρο το 1974 είχε αρνητικές επιπτώσεις τόσο για την Κυπριακή Δημοκρατία όσο και για την χώρα σας. Το άλυτο κυπριακό ζήτημα οξύνει ακόμα και σήμερα τις σχέσεις των χωρών αυτών και γι’ αυτό χρειάζεται άμεσα μία λύση.
Τέλος, το ζήτημα αυτό μπορεί να μην είχε δημιουργηθεί αν είχατε μία πιο ανθρώπινη συμπεριφορά προς αυτούς και οι Τούρκοι και οι Κύπριοι μπορεί να ζούσαν μαζί, ειρηνικά, ακόμη και σήμερα.
Η μαθήτρια του 4ου Γυμνασίου Ιωαννίνων
Κωνσταντίνα Μαρία Πασσιά
''Ένα τελευταίο αντίο'' της Κατερίνας Καρανίκα
Ένα τελευταίο αντίο
Πέμπτη. Άλλη μια Πέμπτη. Άλλη μια διαφορετική Πέμπτη, ή μια συνηθισμένη; Όπως και να ‘χει, οι δείκτες του ρολογιού είναι σταματημένοι στο 11 και στο 9. Κάθομαι ξαπλωμένη ακόμη και κοιτάω το ταβάνι. Νομίζω είμαι περίπου ένα δεκάλεπτο έτσι. Έχω σχολή, πρέπει να σηκωθώ. Αλλά δεν μπορώ. Δεν με κρατούν τα πόδια μου. Χρειάζομαι ύπνο, που να τον βρω όμως. Δεν μπορώ να κοιμηθώ καθόλου. Κοιμάμαι 14 χρόνια σε αυτό το κρεβάτι και είναι ελάχιστες οι φορές που θυμάμαι να κοιμήθηκα και να ξύπνησα πρωί χωρίς να ξυπνήσω μέσα στην νύχτα. Το ξυπνητήρι διέκοψε τις σκέψεις μου. Είχε πάει 12. Τα πρωινά ξυπνήματα πλέον δεν συνοδεύονται από το χαλαρό άρωμα Κύπρου. Πραγματικά από την στιγμή που μας διώξανε, βρίσκω την ζωή τόσο μονότονη, προβλέψιμη και ο χρόνος για μένα πια είναι σκόνη και όχι χρυσός.
Σηκώθηκα έφτιαξα τον καφέ μου και μέσα σε 10 λεπτά είχα ετοιμαστεί και στεκόμουν ήδη στην πόρτα με τα κλειδιά στο ένα χέρι και τον καφέ στο άλλο. Πριν μια μόλις εβδομάδα έμαθα ότι μας δώσανε αξία. Ο δρόμος είναι ανοιχτός για τους κατοίκους. Η Αμμόχωστος θα ξανακατοικηθεί από Κύπριους πάλι. Ή τουλάχιστον ότι έχει απομείνει από αυτήν. Είμαι πάνω στο μηχανάκι, σταματημένη πάνω σε μια διάβαση ακριβώς, μποτιλιάρισμα. Αθήνα σου λέει ο άλλος. Μεγάλη πόλη, πρωτεύουσα βλέπεις. ‘Στην Αθήνα όλα θα φτιάξουνε θα ζήσουμε την ζωή που δεν μπορέσαμε να ζήσουμε στην Κύπρο’ μου λεγε η μάνα μου. Να τη λοιπόν η ζωή που θέλαμε να ζήσουμε. Κολλημένοι και εμείς σαν τα οχήματα να καλή ώρα τώρα στα φανάρια. Περιμένουν το πράσινο φως. Έτσι και μεις. Περιμένουμε ένα πράσινο φως για να προχωρήσουμε, αυτό που θα μας βεβαιώσει ότι θα είμαστε ασφαλείς. Πράσινο φως στην Αθήνα δεν είδα ποτέ. Δεν νιώθω πια ασφάλεια πουθενά και λυπάμαι πραγματικά που μπορώ και αποκαλούμαι με τον ίδιο χαρακτηρισμό που αποκαλούνται κάποιο που παίρνουν με το έτσι θέλω σπίτια, περιουσίες και πετάνε στον δρόμο οικογένειες ολόκληρες. Άνθρωπος……
Έτσι μας πετάξανε και μας. Πέντε ορφανά από πατέρα και με χήρα μάνα, χωρίς έλεος, χωρίς ίχνος ανθρωπιάς. Δύο μήνες περιπλάνησης ήταν αρκετοί για να συνειδητοποιήσουμε ότι η μοίρα μας είχες φυλαγμένη την υπόλοιπη ζωή μας στην Αθήνα. Κ μάλλον θα υπακούσουμε χωρίς να σηκώσουμε κεφάλι. Γιαυτό και ‘γω δεν έχω σκοπό να πάω. Η μαμά θέλει σαν τρελή να πάμε. Να ξαναπατήσει τα χώματα που εδώ και 14 χρόνια δεν έχει πατήσει, να ξαναμυρίσει την κυπριακή αυτή μυρωδιά που πλημμύριζε τους φτωχούς αυτούς δρόμους της Αμμόχωστου, να ξαναζήσει σαν υπερήφανη Κύπρια με το υψηλό ανάστημα της και όχι σαν κυνηγημένη μετανάστρια που ψάχνει απεγνωσμένα στις πόρτες των πρωτευουσιάνων κατανόηση και στοργή. Και τα αλλά 4 λεβεντόπαιδα της δεν τους κάνει και πολύ κέφι. Ο ένας δεν θυμάται καν την Κύπρο, ήταν μωρό, ο μεγάλος παμπόνηρος και καχύποπτος κάτι λέει του μυρίζει, δεν έχει καλό προαίσθημα για αυτό, ο δευτερότοκος με την τρέλα της μαμάς. Και κάπου στην μέση είμαι εγώ που στα 7 έμεινα φορώντας πιτζάμες, ένα ζευγάρι κάλτσες και το μαλλί πιασμένο αλογοουρά στο πεζοδρόμιο. Εγώ που καταβάθος το ξέρω καλά μέσα μου ότι θέλω με τόση λαχτάρα να γυρίσω, άλλα η επιφανειακή μου επιθυμία είναι να μην πάω πουθενά. Και μάλλον η επικρατέστερη.
Ξημέρωσε Σάββατο. Η μάνα μας το ξεκαθάρισε :Εγώ έρθετε δεν έρθετε Κύπρο θα πάω. Και με τα δίκια της. Έζησε 47 χρόνια εκεί. Δεν τα λες και λίγα. Είμαστε αχάριστοι. Ξέρουμε και οι 5 πόσο πολύ επιθυμεί να γυρίσει. Και ξέρουμε επίσης ότι κάτω απο τον εγωισμό μας κρύβεται βαθιά αλλά μάλλον όχι τόσο καλα κρυμμένος ο ενθουσιασμός μας. Θέλουμε ν το παίξουμε σκληροί αλλά δεν μπορούμε. Νομίζουμε ότι η σκληρότητα ή έστω η υποτιθέμενη σκληρότητα, πάντα νικάει την ευαισθησία. Αυτό το μάθημα τουλάχιστον πήραμε με τον διωγμό μας. Αλλά τελικά δεν είναι έτσι. Η ζωή τα έφερε τούμπα. Δικαιωθήκαμε. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε. Όσο οι μέρες περνούσαν τόσο και η επιθυμία της επιστροφής μέσα μου μεγάλωνε. Μια μεγάλη σαπουνόφουσκα, αλλά δεν θα μεγαλώνει για πάντα, κάποια στιγμή θα σπάσει και τότε θα είναι που θα πρέπει να βάλεις την καρδιά σου να σε οδηγήσει και καλώς ή κακώς ο δρόμος αυτός οδηγούσε στην Αμμόχωστο.
Κυριακή. Βαρετά τα πρωινά της Κυριακής πολύ. Δεν είχα τι να κάνω και είπαμε με τα αδέρφια μου να φάμε το μεσημέρι με την μαμά. Και έτσι και έγινε. Η μαμά είχε ήδη ετοιμάσει βαλίτσες. Τρεις με το συμπάθιο.
- Για που το βάλαμε;;; της είπε παίζοντας τον ανήξερο ο μικρός
- Στον τόπο που γεννήθηκες εσύ, τα αδέρφια σου, εγώ, ο πατέρας σου, στον τόπο που παντρεύτηκα που μεγάλωσα εσάς, στον τόπο που εσείς απαρνιέστε. Λέγοντας αυτά τα λόγια η μάνα βούρκωσε, το έκρυψε βέβαια προσπάθησε πολύ, αλλά εγώ το είδα. Το δάκρυ δεν άντεξε, κύλησε.
- Νομίζετε πως τώρα γίνατε Αθηναίοι. Ανώτεροι. Υπεράνω. Τώρα πλέον ήταν φανερό. Κάθε λέξη συνοδευόταν από ένα δάκρυ. Κάθε όμως λέξη.
- Νομίζετε ότι επειδή μας διώξανε ότι είμαστε κάποιοι κακόμοιροι. Τώρα την καθαρίσατε αυτήν την βρωμιά από πάνω σας ε; Τώρα αλλάξατε ταυτότητα. Τώρα είστε καθαροί,καλοδεχούμενοι, αγαπητοί. Ε λοιπόν σας πληροφορώ πως εμένα το αίμα που κυλάει στις φλέβες μου είναι ακόμα Κυπριακό από την μέρα που γεννήθηκα μέχρι την μέρα που θα αφήσω την τελευταία μου πνοή. Και νιώθω υπερήφανη γι’αυτό. Στα χώματα που δεν θέλετε να πατήσετε είναι θαμμένος ο πατερας σας. Κάτι που θα έπρεπε τουλάχιστον να σεβαστείτε και με το παραπάνω. Εγώ πίσω θα γυρίσω, ακόμα και γι μια μέρα, για ένα λεπτό.
Και η μαμά έφυγε από το τραπέζι κλαίγοντας. Είχαμε μείνει κυριολεκτικά όλοι άναυδοι. Τέτοιο ξέσπασμα χρόνια είχαμε να δούμε από ‘κεινη. Αλλά δεν ήταν το ξέσπασμα τελικά εκείνο που μας ξάφνιασε, αλλά αυτά που μας είπε. Κοιταζόμασταν για τουλάχιστον 5 λεπτα με τα αδέρφια μου σαν χαμένοι μη μπορώντας ακόμη να συνειδητοποιήσουμε τι είχε γίνει. Αυτή είναι η ψεύτικη εκδοχή. Η πραγματική είναι ότι τα λόγια της μάνας μας άγγιξαν όλους τόσο βαθιά. Είχαμε όλοι βουρκώσει, αυτό ήταν το μόνο φανερό σίγουρο. Την σιωπή έσπασε ο μεγάλος.
- Μ-μάλλον θα πρέπει να ξανασκεφτούμε, το θέμα, θέλω να πω-
- Τι να ξανασκεφτούμε ρε; τον διέκοψε ο δεύτερος.
Εγώ αύριο κιόλας φτιάχνω βαλίτσες. Δεν μπορούμε να φερόμαστε με τόση αχαριστία στον τόπο που μεγαλώσαμε. Έχει δίκιο η μαμά. Τώρα μας χρειάζεται περισσότερο από ποτέ και εμείς της γυρνάμε την πλάτη. Όχι μόνο σε αυτήν, αλλά και στην πατρίδα μας.
- Έχει δίκιο ο Μάριος, πετάχτηκε ο τρίτος στην σειρά γεννημένος.
- Εγώ ακόμα έχω τις επιφυλάξεις μου παιδιά. Είπε ο μεγάλος.
Ήταν η σειρά μου ως τέταρτη στην σειρά γεννηθείσα να μιλήσω. Δεν άντεξα.
- Πολύ καλά. Είπα με τόση σιγουριά και αυτοπεποίθηση που απόρησα κ γω η ίδια με τον εαυτό μου.
Όποιος θέλει θα μείνει πίσω. Δεν θα παρακαλέσουμε και δεν θα αναγκάσουμε κανέναν.
Ο μικρός δεν έλεγε τίποτα. Παρακολουθούσε αμίλητος την λογομαχία μας. Ήξερε ότι όποια και να ήταν η απόφαση μας, αυτός θα έφευγε με την μαμά. Κάποιες φορές τον κοιτάνε τα αδέρφια μου και θυμούνται πως ήταν αυτοί στην ηλικία του, στα 14. Η αλήθεια είναι ότι ο μικρός μοιάζει υπερβολικά πολύ στον Άγγελο, τον τρίτο στην σειρά, ο οποίος μοιάζει πολύ στον μπαμπά. Μόνο αυτοί οι δύο πήραν τα γαλανά μάτια του μπαμπά. Δεν θα ‘λεγα πως είναι οι αγαπημένοι της μαμάς γιατί ποτέ δεν μας έδωσε την αφορμή να συμπεράνουμε ότι κάνει διακρίσεις στα παιδια της, αλλά το βλέπαμε στο προσωπό της εγώ και οι υπόλοιποι κάθε φορά που μιλάει με τον μικρό ή τον Άγγελο, κάτι αλλάζει μέσα της, χάνεται στα γαλανά τους μάτια. Από τότε που πέθανε ο μπαμπάς τουλάχιστον. Και τότε κατάλαβα ότι είχα χαζέψει και κοιτούσα για ένα δίλεπτο τον μικρό χαμένη στις πολύπλοκες και μακροχρόνιες πάντα σκέψεις μου. Οι άλλοι ακόμα μιλούσαν.
- Τέλος έληξε, αύριο ετοιμαζόμαστε. Φώναξε και χτύπησε δυνατά το χέρι του στο τραπέζι ο Μάριος.
Δευτέρα ξημέρωσε και σηκώθηκα τρέχοντας από το κρεβάτι. Αύριο κιόλας αναχωρούσαμε. Άρχισα να μαζεύω. Δεν ήξερα πόσο θα μείνουμε, αν θα μείνουμε. Το μόνο που ήξερα είναι ότι την ώρα που τα ρούχα τοποθετούνταν μέσα στην βαλίτσα οι αναμνήσεις πηδούσαν και αυτές μέσα ασταμάτητα. Ήταν η πρώτη φορά που έβαλα τα κλάματα απο το πουθενά. Ίσως και μόνο στην ιδέα ότι ετοιμάζομαι ν πάω στον τόπο όπου οι στιγμές έγιναν αναμνήσεις, ο συναισθηματικός φόρτος μου με κέρδισε. Και τότε τα πράγματα διορθώθηκαν, κάπως. Πίσω καλά κρυμμένο από τα πουλόβερ ήταν ένα κουτί, μικρό σε μέγεθος, σκονισμένο αρκετά καλά ώστε να καταλάβω πόσο καιρο έχει μείνει ακίνητο και ανέγγιχτο εκεί μέσα. Είχα ξεχάσει την ύπαρξή του. Φυσικά με την πρώτη ματιά η γνώση ύπαρξης του επανήρθε ζωντανότερη απο ποτέ μέσα μου. Ήταν το μόνο πράγμα που η μητέρα μου μπόρεσε ή πρόλαβε ή δεν ξερω, να πάρει την νύχτα που όλος ο υπόλοιπος κόσμος γκρεμιζόταν γύρω μας. Και ως η μόνη της θυγατέρα όπως με αποκαλεί μου το έδωσε να το κρατήσω εγώ. Και φυσικά και το πήρα στα χέρια μου. Και φυσικά και το άνοιξα. Και φυσικά ξεφύλλισα το περιεχόμενο του. Φωτογραφίες. Πολλές, αμέτρητες. Από την γέννηση του πατέρα μέχρι και του μικρού. Αυτό το κουτί κλείδωσε μια για πάντα όταν φύγαμε. Ήταν ξεκάθαρη η σκουριασμένη πλέον που με το ζόρι διέκρινες τα γράμματα της πινακίδα. Κύπρος. Μπήκε στην βαλίτσα μαζί με τα άλλα.
Το ταξίδι ήταν μίζερο. Ήταν σαν τον παλιό καλό ξένο βουβό κινηματογράφο. Ήμασταν ανέκφραστοι θα μπορούσα να πω. Ίσως κρατούσαμε την αδρεναλίνη και την ενέργεια για μετά. Ίσως και να μην υπήρχε ούτε αδρεναλίνη ούτε ενέργεια. Το έβλεπα ως ένα απλό συνηθισμένο ταξίδι, ενώ δεν ήταν. Ο προορισμός ήταν ένα άπιαστο, νοσταλγικό όνειρο για ‘μας κάποτε. Αυτό ήταν που το έκανε ξεχωριστό. Κάτι σαν παιδικό απωθημένο. Λογικά ο ενθουσιασμός να μην ήρθε μαζί μας. Κανένας μας δεν ήταν υπερβολικά ξετρελαμένος. Ακόμα και η μαμά. Που θα κινούσε γη και ουρανό για να πάει, στο ταξίδι φαινόταν σκεπτική αρκετά. Η σιωπή έκανε την όλη κατάσταση χειρότερη. Ούτε λέξη δεν ειπώθηκε από την ώρα της απογείωσης. Τελικά όλοι αποδειχτήκαμε μεγάλοι εγωιστές. Είμαι σίγουρη πως τα αδέρφια μου θα εύχονταν να γυρίσει το αεροπλάνο πίσω. Μάλλον και εγώ αυτό θα ήθελα. Δεν ξέρω αν θέλω να γυρίσω και να δω τους Τούρκους πάλι. Αν είναι ακόμα εκεί. Μπορεί τα σπίτια μας να μην ήταν για το επίπεδο τους και να μας επέτρεψαν επιτέλους να επιστρέψουμε. Πήραμε την άδεια τους. Το πράσινο φως που περιμέναμε. Αυτό το μποτιλιάρισμα κράτησε πολύ τελικά. 14 χρόνια.
Φτάσαμε χωρίς να το καταλάβουμε. Ο πιλότος μας ειδοποίησε από τα μεγάφωνα. Μας ανακοίνωσε ότι φτάσαμε. Κάτι το οποίο δεν ήθελα καθόλου να ακούσω. Δεν ήμουν έτοιμη. H αντιμετώπιση αυτή ήθελε πολύ θάρρος και ψυχραιμία, εγώ κανένα από αυτά δεν κατείχα εκείνη την στιγμή. Με το που αποβιβαστήκαμε από το αεροπλάνο, ξέραμε. Ξέραμε πως τώρα δεν υπήρχε γυρισμός. Ξέραμε πως ήρθε η ώρα. Ξέραμε πως ο δρόμος που βρισκόταν μπροστά μας μας οδηγούσε σπίτι. Στο πραγματικό σπίτι. Το σπίτι στην Αθήνα δεν το ένιωσα ποτέ σπίτι μου. Ποτέ δικό μου. Όμως για αυτό εδώ….. Δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία.
Καθόμασταν και κοιτούσαμε ακίνητοι τον όμορφο τούτο γνωστό αλλά άγνωστο για ‘μας τόπο. Ο καθένας με την σειρά έσκασε ένα μικρό μελαγχολικό χαμόγελο. Η μητέρα μας ήταν η πρώτη που έκανε βήμα μπροστά και κοίταξε τον ουρανό. Είχε δίκιο, ο καταγάλανος ουρανός ήταν τόσο συνηθισμένος αλλά για ‘μας ξεχωριστός. Το αεράκι, το κυπριακό αυτό αεράκι φυσούσε και γαλήνια μας σκούντηξε τον ώμο. Ήταν η Αμμόχωστος.
Προχωρούσαμε σαν χαμένοι μέχρι να συνειδητοποιήσουμε που πηγαίναμε για λίγη ώρα. Η φλυαρία μας ασταμάτητη και ακούραστη. Μιλούσαμε με τόσο ενθουσιασμό και με τόση ενέργεια, προσπαθούσαμε να δούμε που πάμε. Όλα ήταν διαφορετικά αρκετά. Οι Τούρκοι μας κοιτούσαν υποτιμητικά. Αλλά πια δεν μας ένοιαζε. Ο ενθουσιασμός μας εκείνη την στιγμή τα είχε κερδίσει όλα. Μέσα σε 20 λεπτά βρήκαμε την γειτονιά. Την παλιά αυτή ωραία μας γειτονιά. Η εικόνα που μπορώ λεπτομερώς να θυμηθώ είναι και η τελευταία μου σε αυτην την γειτονιά. Εκείνο το βράδυ, που οι σειρήνες δεν σταμάτησαν να βουίζουν, που αντιστασιακοί ξυλοκοπήθηκαν μπροστά στα μάτια τα δικά μου και άλλων 20 παιδιών, που με την βία αυτοί που σήμερα θεωρούνται κάτοικοι της Αμμοχώστου έδιωξαν οικογένειες από τα σπίτια τους. Πολλές εικόνες, παιδικές αναμνήσεις, χαρούμενες κυρίως αλλά και θολές τριγύριζαν στο μυαλό μου αντικρίζοντας την γειτονιά, αλλά εκείνο το βράδυ παίζεται επανειλημμένα στο κεφάλι μου σαν μικρή ταινία. Ταινία με άσχημο τέλος, έτσι και αλλιώς μόνο τα παραμύθια έχουν αίσιο τέλος, και η ζωή του ανθρώπου δεν είναι ένα απ’ αυτά.
Χαζεύοντας λοιπόν ένα ένα τα σπίτια καθώς προχωρούσαμε, φτάσαμε σε ένα κουδούνι που έλεγε Ιορδάνη. Και ναι, ήταν το πατρικό μου. Δεν είχε αλλάξει πολύ. Σχεδόν καθόλου. Το εξωτερικό του σπιτιού τουλάχιστον. Τότε ήταν η στιγμή που θα έπρεπε να ξαμολήσουμε όλο το θάρρος και το κουράγιο που πήραμε μαζί μας. Τώρα ήταν η στιγμή. Πίσω μας χωρίς να το καταλάβουμε στεκόταν ένας άντρας. Μόλις τον αντιληφθήκαμε μας ρώτησε με ένα πλατύ χαμόγελο αν ψάχνουμε κάτι.
- Μάλιστα. Είμαστε οι ιδιοκτήτες του σπιτιού. Απάντησε αμέσως η μητέρα μου.
- Α. Έκανε εκείνος με δισταγμό.
- Μόλις ήρθαμε. Απάντησε ακόμα πιο γρήγορα ο μεγάλος μου αδερφός.
- Ε τότε μεγάλη μου χαρά να σας εξυπηρετήσω. Είπε ο άντρας και αμέσως άνοιξε την πόρτα με τα κλειδιά του.
Μόλις άνοιξε η πόρτα μια γυναίκα με μαντίλα εμφανίστηκε και το χαμόγελό της σβήστηκε μόλις είδε ότι ο άντρας της μάλλον, είχε παρέα.
- Ποιοι είναι αυτοί; Ρώτησε με μεγάλη αγένεια και τότε στην πόρτα ξεπρόβαλαν άλλα δύο παιδιά ένα αγόρι λίγο πιο μικρό από μένα και ένα μικρό κοριτσάκι.
Ο άντρας εξήγησε και η γυναίκα απρόθυμα βέβαια, συμφώνησε και προσφέρθηκε να μας ξεναγήσει.
- Όχι κοπέλα μου το ξέρω το σπίτι μου. Είπε η μητέρα μου στον ίδιο απρόθυμο και ειρωνικό τόνο.
- Το κουδούνι; Ρώτησε ο μικρός μου αδερφός
- Α, ε όταν ο πατέρας μου έμεινε στο σπίτι για πρώτη φορά προτίμησε να μην βγάλουμε το κουδούνι του προηγούμενου ιδιοκτήτη. Το θεώρησε λάθος, πίστευε πως αυτό θα τον τιμούσε ακόμα και γι’ αυτό βάλαμε άλλο δικός μας κουδούνι ακριβώς από πάνω.
- Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας, αλλά ο άντρας μου είναι νεκρός. Είπε η μητέρα ενώ με δάκρυα ήδη στα μάτια κοιτούσε το σπίτι γύρω γύρω.
Όπως όλοι μας άλλωστε. Τα πράγματα είχαν αλλάξει θέση εντελώς. Κάποια δεν υπήρχαν καν. Όπως τα κάδρα στον τοίχο. Κι όμως εγώ παρόλο που έβλεπα ένα σπίτι παντελώς διαφορετικό από αυτό που άφησα, έχω ακόμα την εικόνα του παλιού στο μυαλό μου. Κάτι που νόμιζα πως δεν θυμάμαι πια. Στην Αθήνα δεν μπόρεσα ποτέ να θυμηθώ ακριβώς το σπίτι αλλά τωρα….
Ήθελα να πάω να δω το δωμάτιο μου. Το σπίτι ήταν αρκετά μεγάλο ο καθένας μας είχε δικό του δωμάτιο εκτός από τον μικρό που κοιμόταν με τους γονείς. Και ναι, ήταν όπως φαντάστηκα το δωμάτιο της μικρής. Και είχε μείνει ίδιο. Η εικόνα αυτή με έκανε να δακρύσω. Πίσω μου μικρά βήματα με έκαναν να σκουπίσω γρήγορα τα μάτια μου. Ήταν το μικρό κοριτσάκι, πολύ γλυκούλα σαν άγγελος. Γονάτισα στο ύψος της και της είπα:
- Αυτό…. Ήταν το δωμάτιο μου, προσπαθώντας πάρα πολύ να συγκρατήσω τα δάκρυα μου.
Η μικρούλα μου χαμογέλασε και έτρεξε στο κρεβάτι της.
- Τότε αυτό θα είναι δικό σου, μου είπε και μέσα από ένα μικρό κουτάκι, ενα χρυσό κολιέ. Κατευθείαν ξέσπασα δεν άντεξα τόσο συναισθηματικό φόρτο μέσα σε μια ώρα. Ήταν ένα δώρο πολύτιμης αξία για τότε, που μου είχε κάνει ο πατέρας μου στα τελευταία γενέθλια μου πριν πεθάνει. Τ βράδυ εκείνο δεν το φορούσα. Το πήρα βιαστικά στα χέρια μου και με μια βιαστικότερη κίνηση αγκάλιασα την μικρούλα.
- Σε ευχαριστώ της είπα, με όση ανάσα που απέμεινε.
- Α, είπε η μικρή και τρέχοντας έβγαλε κάτω από το μαξιλάρι της μια κούκλα και μου την έδωσε.
Και αυτή πρέπει να είναι δική σου, μου είπε με ένα τόσο γλυκό χαμόγελο.
Χαμογέλασα και γω.
- Ξέρεις κάτι; Αυτό θέλω να το κρατήσεις εσύ. Ναι είναι δική μου και κοιμόμουν με αυτήν κάθε βράδυ. Την λένε Μέλανι και θέλω να θυμάσαι ότι είναι του μικρού κοριτσιού που έμενε κάποτε εδώ. Εσύ είσαι ακόμα πολύ μικρή, λογικά δεν θα ξέρεις τι συνέβη, αλλά το μόνο που θέλω να ξέρεις είναι πως το κορίτσι αυτό το λέγανε Φανή και όταν έμενε σε αυτό το σπίτι ήταν το πιο ευτυχισμένο και χαρούμενο κορίτσι του κόσμου. Θέλω λοιπόν και συ να συνεχίσεις την παράδοση και να προσπαθείς να χαμογελάς συνέχεια και να είσαι ευτυχισμένη.
Η μικρή με έκανε μια τεράστια αγκαλιά την οποία εκτίμησα πάρα πολύ και ανταπέδωσα. Πλέον είχα βουρκώσει. Δεν ήξερα ότι θα ήταν τόσο δύσκολο. Τουλάχιστον τώρα έχω την δυνατότητα να πω το τελευταίο αντίο που δεν είπα τότε στο σπίτι μου. Φεύγοντας από το σπίτι παρατήρησα ότι ένα πορτρέτο του πατέρα μου ήταν πεσμένο από τον τοίχο αλλά ξεσκονισμένο καλά. Χαμογέλασα λοιπόν στον πατέρα μου και τον χαιρέτησα με δάκρυα ακόμα στα μάτια στρατιωτικά. Ήταν στρατιωτικός και άφησε την τελευταία του πνοή 2 χρόνια πριν την λεηλασία. Θα είναι περήφανος για την απόφαση που πήραμε να ‘ρθούμε να επισκεφθούμε το σπίτι μας. Μόλις βγήκαμε στο κατώφλι χαιρετήσαμε μια για πάντα την οικεία του Στράτου Ιορδάνη.
ΣΕΛΙΔΕΣ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ του Κωνσταντίνου Σιόντη
ΣΕΛΙΔΕΣ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
(Κωνσταντίνος Σιόντης, Β’3)
19 Ιουλίου 1974:
Αγαπητό μου ημερολόγιο, έχω πολύ καλά νέα! Σήμερα ήρθαν τα ξαδέλφια από την Λάρνακα να περάσουν το καλοκαίρι τους μαζί μας στην πανέμορφη πόλη μας τα Βαρώσια! Μας είπαν ότι θα έμεναν σε ένα από τα πολλά τώρα πια πολυτελή ξενοδοχεία δίπλα από την παραλία, αν δεν κάνω λάθος το λένε «Asterias Hotel». Περίμενα αυτήν την στιγμή από το τέλος της σχολικής χρονιάς, αφότου μας είχαν ενημερώσει, ακόμη και από τον Μάη, ότι είχαν πλάνα να κάνουν τις καλοκαιρινές τους διακοπές στην πόλη μας!
Η ημέρα σήμερα πέρασε πολύ γρήγορα, αφού περάσαμε πολύ ωραία μαζί. Το πρωί, μία λαμπερή και ζεστή ημέρα, συναντηθήκαμε η οικογένεια μας μαζί με την οικογένεια των ξαδελφών μου μπροστά από το ξενοδοχείο που διέμεναν και τρέξαμε όλοι προς την παραλία της πόλης. Εκεί κάναμε τα πάντα, ό,τι μπορεί να φανταστεί κάποιος! Κάναμε μπάνιο, κολύμπι, φτιάξαμε κάστρα από άμμο, παίξαμε στην παραλία κυνηγητό και τένις με τις ρακέτες που είχαν μαζί τους τα ξαδέρφια μου. Ακόμη θάψαμε και τον Αντώνη, έναν από τους ξαδέλφους μου, κάτω από την άμμο και δεν μπορούσε να σηκωθεί! Να μην ξεχάσουμε όμως και την θεία Νίκη που κάθε πέντε λεπτά μας έλεγε να βάζουμε αντηλιακό, γιατί θα καιγόμασταν! Στην παραλία μείναμε για παραπάνω από τέσσερις ώρες, και όταν φύγαμε, ήμασταν όλοι εξουθενωμένοι και γυρίσαμε, εμείς στο σπίτι και αυτοί στο ξενοδοχείο για να ξεκουραστούμε. Τέλος, αργά το απόγευμα, ξεκούραστοι και με την ζέστη να είχε κοπάσει λιγάκι, κάναμε μία μεγάλη βόλτα μαζί με τους ξαδέλφους για να τους δείξουμε την πόλη και ήταν τόσο ενθουσιασμένοι από αυτά που είδαν, που μας είπαν την επόμενη μέρα να τους δείξουμε και την υπόλοιπη Αμμόχωστο!
Έτσι λοιπόν αγαπητό μου ημερολόγιο, περάσαμε την σημερινή ημέρα μαζί με τους ξαδέλφους μου και ελπίζω έτσι να περάσω και τις υπόλοιπες μέρες μαζί τους, αλλά έχει περάσει η ώρα και είμαι εξουθενωμένος από το πολύ παιχνίδι, οπότε θα πέσω για ύπνο σύντομα! Καληνύχτα ημερολόγιο, θα σε δω αύριο το πρωί, που θα ανατείλει ο ήλιος ξανά και θα αρχίσει η επόμενη ημέρα η οποία ποιος ξέρει τι περιπέτειες θα μας κρατάει μυστικό!
20 Ιουλίου 1974:
Αγαπητό ημερολόγιο, σήμερα ξημέρωσε ημέρα τόσο λαμπερή και ζεστή όσο και η χθεσινή και είχαμε αποφασίσει εγώ και τα ξαδέλφια να παίξουμε κυνηγητό στους δρόμους και τα σοκάκια της πόλης, οπότε το λέω αυτό στους γονείς οι οποίοι συμφώνησαν και συναντηθήκαμε, όπως χθες, κάτω από το ξενοδοχείο με τους ξαδέλφους μου και κατευθυνθήκαμε προς το κέντρο της πόλης.
Παραδόξως, στον δρόμο προς το κέντρο των Βαρωσίων, είδαμε πολλούς ανθρώπους να τρέχουν ανήσυχα σε διάφορες κατευθύνσεις με βαλίτσες, να μπαίνουν στα αυτοκίνητά τους και να φεύγουν, κάποιες φορές ακόμη και ολόκληρες οικογένειες με τα παιδιά τους λες και ήθελαν να πάνε διακοπές και δεν ήθελαν να χάσουν το καράβι, ενώ θα μπορούσαν απλώς να πάνε στην παραλία δίπλα τους, χωρίς τα αυτοκίνητα και χωρίς την βιασύνη και τις βαλίτσες που κουβαλούσαν.
Ξαφνικά, μετά από λίγα λεπτά, πριν καλά-καλά αρχίσει το παιχνίδι, μας είπαν οι γονείς μας ότι πρέπει να έρθουμε πίσω και ότι τελικά δεν θα παίζαμε. Αυτό με παραξένεψε ακόμη περισσότερο, αφού οι γονείς μου δεν έχουν ξανακάνει κάτι παρόμοιο και συνήθως δεν μου απαγορεύουν να βγαίνω έξω μόνος μου μιας και ξέρω την πόλη και δεν θα χαθώ και σε συνδυασμό με την εικόνα των ανθρώπων με τις βαλίτσες που έφευγαν βιαστικοί, άρχισα να φοβάμαι και να αναστατώνομαι και εγώ λιγάκι. Τώρα που γύρισα και εγώ στο σπίτι, βλέπω ότι και οι γονείς μου μαζεύουν τα πράγματά τους και τα βάζουν σε βαλίτσες.
Αγαπητό μου ημερολόγιο, δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό, θα πάω να ρωτήσω τους γονείς μου τώρα μόλις τελειώνω να γράφω σε εσένα. Αυτά για τώρα ημερολόγιό μου, άμα βρω πληροφορίες θα σου γράψω περισσότερα. Αντίο!
22 Ιουλίου 1974
Πόλεμος… Π-Ο-Λ-Ε-Μ-Ο-Σ. Δεν έχω να πω κάτι άλλο.
Πριν από δύο μέρες, οι Τούρκοι έκαναν εισβολή στο όμορφο νησί μας την Κύπρο, πιο συγκεκριμένα στο βόρειο κομμάτι του νησιού εκεί που βρίσκεται η Κερύνεια. Κόσμος ξεριζώνεται… Τώρα καταλαβαίνω γιατί αυτοί οι άνθρωποι με τις βαλίτσες τους ήταν τόσο βιαστικοί να φύγουν που είδα πριν από δύο ημέρες. Ακούω βομβαρδισμούς εδώ και ώρες που φαίνεται να έρχονται από την κατεύθυνση της πόλης μας… Η όμορφη Αμμόχωστος πρέπει βομβαρδίζεται αυτήν την στιγμή… Ελπίζω να είναι καλά και οι ξάδελφοί μου και το υπέροχο σπίτι μας… Ελπίζω να το αντικρίσω ξανά, να γυρίσουμε πίσω σε αυτό σύντομα, να γυρίσουμε ξανά την προηγούμενη ζωή μας… Αυτά έχω να πω ημερολόγιό μου, δεν ξέρω αν θα σου ξαναγράψω για αρκετό καιρό.
22 Αυγούστου 1974:
Αγαπητό μου ημερολόγιο, συγνώμη που δεν σου έχω γράψει κάτι, για σχεδόν έναν μήνα, αλλά έχω λόγο. Ο τελευταίος μήνας μπορεί να ήταν και ο πιο δύσκολος που έχω ζήσει σε ολόκληρη την ζωή μου.
Όπως είχα αναφέρει την τελευταία φορά που σου έγραψα, την 20η Ιουλίου, οι Τούρκοι έκαναν επίθεση στην πατρίδα μας και κατέκτησαν το βόρειο κομμάτι της Κύπρου και την πόλη Κερύνεια. Αλλά, λες και αυτό το κομμάτι της πατρίδας μας που κατέστρεψαν και ξερίζωσαν χιλιάδες ανθρώπους που ζούσαν εκεί για γενιές και γενιές δεν ήταν αρκετό, πριν από λίγες ημέρες τις 14 Αυγούστου, εισέβαλαν ξανά στην Κύπρο μας και αυτήν την φορά κατέκτησαν ολόκληρο το βόρειο τμήμα της (σχεδόν το μισό νησί) και ακόμη χειρότερα, σε λιγότερο από μια μέρα από την δεύτερη εισβολή τους, κατέκτησαν την Αμμόχωστο, που σημαίνει ότι κατέκτησαν και τα Βαρώσια…
Αφότου οι Τούρκοι κατέκτησαν την πόλη που ζούσαμε και δεν είχαμε κάποιο εξοχικό για να μείνουμε εκεί μέχρι λογικά να ξαναγυρίσουμε πίσω στην πόλη μας, εδώ και έναν μήνα εγώ και η οικογένειά μου ζούμε στο σπίτι των ξαδελφών μου (των ίδιων που πήγαν διακοπές στα Βαρώσια, πριν από έναν μήνα) στην Λάρνακα, όλοι φοβισμένοι και σοκαρισμένοι από αυτό το πρωτόγνωρο συμβάν, αλλά και γιατί από αυτό που μας έδειξαν οι Τούρκοι, μπορεί να ξανακάνουν επίθεση στο νησί μας και να το πάρουν όλο και μετά να μην ξέρουμε που να πάμε.
Τουλάχιστον σκεπτόμενος λιγάκι θετικά, Μπορώ να πω ότι το σπίτι των ξαδελφών μου είναι πολύ ωραίο. Δεν το θυμόμουν πολύ καλά, την τελευταία φορά που τους είχα επισκεφτεί ήταν πριν από τρία χρόνια. Επίσης ήξερα ότι ήταν πολύ ευγενικοί, αλλά σε όλη την διάρκεια που διαμένουμε μαζί τους, δεν μας έχουν παραπονεθεί για σχεδόν τίποτα, ακόμη και αν τους δυσκολεύουμε αρκετά στις δουλειές και εργασίες που κάνουν στο σπίτι. Τι να πω όμως, σε τέτοιες δύσκολες καταστάσεις μόνο κατανόηση και υπομονή πρέπει να έχεις και να δείχνεις. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρει κανείς μέχρι πότε θα είναι μέχρι με το καλό να γυρίσουμε πίσω στα σπίτια μας και δεν ξέρω αν μπορούν να μας κρατήσουν στο σπίτι τους οι ξάδελφοί μας για πολύ περισσότερο, αφού τα έξοδα είναι πολύ μεγάλα και δεν έχουν τα χρήματα.
Να πω την αλήθεια όμως το γεγονός ότι είχαμε κάπου να πάμε σε κάποιο σπίτι και να μείνουμε εκεί μετά την εισβολή, μας κάνει πολύ τυχερούς. Τι να κάνουν οι άνθρωποι που δεν είχαν αυτήν την πολυτέλεια; Θα ζούνε στον δρόμο, σε σκηνές, στο έλεος των καιρικών φαινομένων και του κρύου, έχοντας χάσει την περιουσία τους που για τόσο σκληρά δούλεψαν για να αποκτήσουν, την όμορφη ζωή τους και τις αναμνήσεις, το σπίτι τους. Τώρα είναι πια ένα τίποτα.
Τι να σου πω ημερολόγιο, πολύ άσχημα νέα μετά από μία περίοδο ενός μήνα που δεν σου έγραψα τίποτα. Ελπίζω σύντομα να γυρίσουμε πίσω στην πόλη μας τα Βαρώσια και όλα να γυρίσουν πίσω στα κανονικά. Αυτά για τώρα.
20 Ιουλίου 1975
Αγαπητό μου ημερολόγιο, δεν ξέρω αν το πιστεύεις, αλλά σήμερα είναι η «επέτειος», λες και λέγεται αυτό το άθλιο και άσχημο γεγονός επέτειος… Τέλος πάντων η «επέτειος» της πρώτης επέμβασης των Τούρκων στην πανέμορφή μου πατρίδα, την Κύπρο.
Έχει περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που σου έγραψα και έχουν γίνει τόσα πολλά. Πρώτα τώρα πια δεν ζω στην Κύπρο. Λίγες μέρες μετά την τελευταία φορά που σου έγραψα, αναγκαστήκαμε να φύγουμε από το σπίτι των ξαδέλφων μου, μιας και δεν μπορούσαν να μας κρατήσουν μαζί τους, διότι τα έξοδα ήταν πολύ μεγάλα, αλλά ευτυχώς για εμάς ο πατέρας μου μας βρήκε σπίτι που θα μπορούσαμε να νοικιάσουμε για ένα αρκετά χαμηλό ποσό τον μήνα. Το μόνο πρόβλημα, ήταν ότι βρισκόταν στην Ελλάδα, πιο συγκεκριμένα, στο Πέραμα Αττικής. Τέλος πάντων η Ελλάδα για εμάς τους Κύπριους είναι δεύτερη πατρίδα, ακόμη και αν δεν κατάφερε να βοηθήσει πολύ στο Κυπριακό ζήτημα, οπότε δεν στενοχωρήθηκα τόσο πολύ. Εδώ τέλειωσα και την τελευταία τάξη του Δημοτικού, την έκτη (ΣΤ΄), κάνοντας πολλούς φίλους και γνωρίζοντας πολλά παιδιά κατά την διάρκεια της σχολικής χρονιάς που μετρίασε τον πόνο...
Δυστυχώς όμως κάτι που περίμεναν να γίνει όλοι οι πρόσφυγες από την κατεχόμενη Κύπρο, ήταν ότι έχει περάσει ένας χρόνος και ακόμη να γυρίσουμε πίσω στα σπίτια μας, οι περισσότεροι έχουν χάσει σχεδόν όλες τις ελπίδες, όμως εγώ το περίμενα αυτό, λες και οι Τούρκοι που έκαναν επίθεση, θα έδιναν πίσω την γη που «κατέκτησαν» στους ανθρώπους που νόμιμα τους ανήκει. Ευτυχώς για εμένα εδώ στην Ελλάδα δεν περνάμε τόσο άσχημα, αλλά όσο να ‘ναι θα προτιμούσα να ήμουν πίσω στην Κύπρο.
Τέλος πάντων ημερολόγιο, αυτά είχα να σου πω, δεν ξέρω πότε ξανά θα σου γράψω, γιατί τώρα σε λίγο αρχίζω το Γυμνάσιο και λογικά δεν θα έχω τόσο ελεύθερο χρόνο, αλλά από την πρώτη επίθεση των Τούρκων στο πανέμορφο νησί μας, έχω χάσει κάπως την όρεξη να γράφω σε ημερολόγιο. Γεια σου προς το παρόν…
23 Απριλίου 2003
Α! Σε βρήκα! Μετά από τόσα πολλά χρόνια, πάλι σε ξαναβρήκα… Τι χαζομάρα ήταν να σε αφήσω στο πατάρι του παλιού σπιτιού μου, να αρχίζεις να σαπίζεις εκεί για δεκαετίες;… Σε έψαχνα τόσο να σε βρω στο ξεκαθάρισμα των παλιών μου αντικειμένων!
Τέλος πάντων, γεια σου και πάλι ημερολόγιο! Έχουν περάσει πόσα τώρα… σχεδόν 30 χρόνια!; Απ’ ότι φαίνεται αυτό που σου είπα την προηγούμενη φορά ότι μπορεί και να πάρει πολύ καιρό μέχρι να σου γράψω ξανά κάτι έγινε αλήθεια! Τώρα θα μου πεις εσύ ημερολόγιο ότι από όλες τις ημέρες που θα μπορούσες να μου γράψεις γιατί αυτή η συγκεκριμένη; Γιατί όχι η χθεσινή ή πριν από 10 χρόνια; Έχω τον λόγο μου.
Πρώτα για να σε ενημερώσω για το πού βρισκόμαστε. Η χρονιά είναι το 2003 , η τεχνολογία γενικά έχει προχωρήσει πάρα πολύ σε σχέση με τα μέσα της δεκαετίας του 1970 που τελευταία σου έγραψα, εγώ τελείωσα το σχολείο μου, πέρασα τις πανελλήνιες και τώρα δουλεύω ως καθηγητής σε ένα γυμνάσιο στην Πάτρα. Γενικά απ’ ότι βλέπεις ημερολόγιο πολλά έχουν αλλάξει και θα επικεντρωθώ και θα σου αναλύσω πολλά άλλα και σημαντικότερα μια άλλη φορά. Σήμερα σου γράφω αυτά για να ξέρεις πού είμαι και τι κάνω εγώ, αλλά και για το πού βρισκόμαστε γενικά.
Ημερολόγιό μου ξέρεις τι δεν άλλαξε σχεδόν καθόλου από τότε; Η κατάσταση στο πολυαγαπημένο μου νησί, την Κύπρο. Ναι. Είναι αλήθεια. Μέχρι και χθες, ένας Ελληνοκύπριος που τον είχαν διώξει παράνομα από τον τόπο του και την περιουσία του ΔΕΝ μπορούσε να γυρίσει, να επισκεφτεί και να δει το σπίτι του που νόμιμα του ανήκει. Και η κατάσταση γίνεται χειρότερη! Τώρα πια ζουν Τούρκοι έποικοι στα σπίτια μας που μόνο ο Θεός ξέρει από πού τους πήραν και για αυτό τον λόγο δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω σε αυτά, γιατί θα έπρεπε να διώξουμε αυτούς και τώρα είναι πολύ αργά, αφού ζουν και έχουν εγκατασταθεί στα σπίτια μας εδώ και σχεδόν 30 χρόνια. Κάτι που το κάνει ακόμη χειρότερο για εμένα είναι ότι ενώ τουλάχιστον στις περιοχές που έχουν εγκατασταθεί οι Τούρκοι αυτοί, δεν είναι τελείως εγκαταλελειμμένες αφού ζει κόσμος εκεί και μπορούν να συντηρηθούν, ξέρεις τι έγινε μόνο στην δίκια μου πόλη την Αμμόχωστο και πιο συγκεκριμένα τα Βαρώσια; Έχουν μείνει τελείως εγκαταλελειμμένες. Δεν έχει πατήσει κανένας πόδι εκεί μετά την εισβολή. Όλα τα πολυτελή ξενοδοχεία, διαλυμένα, όλα τα σπίτια μας διαλυμένα, λογικά ότι απόμειναν θα έγινε καταφύγιο ζώων… Τουλάχιστον για εμάς όμως, που καταγόμαστε από αυτήν την περιοχή έχουμε, ακόμη και αν μικροσκοπική, μια πιθανότητα να γυρίσουμε πίσω μιας και κανένας δεν έχει εγκατασταθεί εκεί και δεν θα πρέπει να φύγουν.
Όμως κάτι άλλαξε σήμερα. Στις 23 του Απρίλη 2003, οι Τούρκοι, άφησαν τους Κύπριους να «επισκεφτούν» τα σπίτια τους, που το λέω ξανά, τους ανήκουν, για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και μαζί με τους νέους «ιδιοκτήτες» του σπιτιού τους να είναι μαζί τους, που ποιος ξέρει πώς θα αντιδράσουν. Αυτό, όταν το άκουσα, με έκανε πάρα πολύ χαρούμενο, όπως και όλους τους Ελληνοκύπριους που διώχτηκαν, ακόμη και αν ήταν πολύ περιοριστικό και παράξενο να επισκέπτεσαι το δικό σου σπίτι και αμέσως έψαξα να σε βρω για να σου πω τα χαρμόσυνα νέα! Όμως μέχρι να σε βρω, ημερολόγιο, άρχισα να μαθαίνω και άλλες πληροφορίες για το τι αποφάσισαν και άκουσα τα συντριπτικά δυσάρεστα νέα: δεν θα ανοίξουν την Αμμόχωστο και τα Βαρώσια για τον κόσμο. Όταν το άκουσα αυτό στενοχωρήθηκα και θύμωσα πολύ λέγοντας γιατί σε εμένα να γίνει αυτό; Απ’ όλες τις πόλεις που θα μπορούσαν να μην ανοίξουν στον κόσμο έτυχε να ήταν η δικιά μου…
Τέλος πάντων, ημερολόγιο πρέπει να σκεφτόμαστε θετικά στην ζωή, οπότε τουλάχιστον οι περισσότεροι άλλοι Ελληνοκύπριοι θα μπορέσουν να δουν τα δικά τους σπίτια, ακόμη και αν θα είναι πολύ περιοριστικά τα μέτρα. Κάτι είναι ότι δεν είπαν τίποτα για τα Βαρώσια, οπότε λογικά δεν θα φέρουν άλλους Τούρκους να τους εγκαταστήσουν εκεί, που το προτιμώ από το να ζουν εκεί, ακόμη και αν τα κτήρια διαλύονται μέρα με την μέρα…
Αυτά είχα να σου πω ημερολόγιο. Εκτός από την φορά που θα σου γράψω για την εξέλιξη των ανθρώπων και του πολιτισμού τώρα σε σχέση με την δεκαετία του ’70, δεν ξέρω πότε θα σε σου ξαναγράψω, λογικά, όταν θα έχω να σου πω εξελίξεις για την κατάσταση στην Κύπρο και μην ανησυχείς, δεν θα σε αφήσω στο πατάρι του σπιτιού μου να σαπίζεις εκεί με οτιδήποτε άχρηστο μαζί σου! Αυτά για τώρα… Γεια!
8 Οκτωβρίου 2020
Αγαπητό μου ημερολόγιο, συναντιόμαστε ξανά απ’ ότι φαίνεται! Μετά από 17 χρόνια τώρα, αλλά για το ίδιο θέμα, την κατάσταση στην Κύπρο. Αυτήν την φορά έγινε κάτι πολύ σημαντικό που μου ράγισε την καρδιά για δεύτερη φορά.
Λίγο γρήγορα θα σε ενημερώσω για το τι γίνεται στον κόσμο και μετά θα μπούμε στο ψητό, δηλαδή, τι έγινε στην Κύπρο. Πρώτα απ’ όλα, ο τεχνολογικός τομέας έχει αναπτυχθεί ακόμη πιο πολύ. Αν έπαθες σοκ από το τι μπορούσαμε να κάνουμε το 2003, τότε δεν ξέρω τι θα γίνει, αν ακούσεις αυτά που κάνουμε το 2020. Αλλά το 2020 ήταν μια χρονιά καταστροφική για όλον τον κόσμο, μία από τις χειρότερες χρονιές της νέας χιλιετίας θα έλεγα. Αυτό είναι γιατί αυτήν την χρόνια είχαμε πάρα πολλές τραγωδίες και ατυχήματα, αλλά πιο σημαντικό από όλα και δεν ξέρω αν θα το πιστέψεις, υπάρχει μια πανδημία αρρώστιας από έναν ιό που εμφανίστηκε στην αρχή του χρόνου με κανένα σήμα να τελειώνει, αφήνοντας στον δρόμο της εκατομμύρια κρούσματα και τουλάχιστον 1 εκατομμύριο νεκρούς. Όμως εμείς οι Κύπριοι, ειδικά εμείς από την Αμμόχωστο και τα Βαρώσια έχουμε και άλλον έναν λόγο να στενοχωριόμαστε.
Σήμερα στις 8 Οκτωβρίου 2020 οι Τούρκοι ηγέτες και οι ηγέτες του ψευδοκράτους της ««βόρειας Κύπρου»», αποφάσισαν να ανοίξουν τα Βαρώσια, Τώρα θα μου πεις εσύ ημερολόγιο, γιατί στενοχωριέμαι και ότι δεν είναι ένα όνειρο ζωής, να πάω στην αγαπημένη μου πόλη τα Βαρώσια και να την δω από κοντά τουλάχιστον για μια τελευταία φορά;
Η αιτία που είμαι τόσο θυμωμένος και μου ράγισε η καρδιά, όταν το άκουσα, είναι οι λόγοι που το έκαναν και τι θα γίνουν τα Βαρώσια. Σύμφωνα με το ψήφισμα 550 (1984) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών θα πρέπει η Τουρκία να αποφύγει τυχόν ενέργειες που μεταβάλλουν τη δημογραφική ισορροπία του νησιού μέσω μιας πολιτικής παράνομων εποικισμών. Τα Βαρώσια δεν τα ανοίγουν για εμάς τους Ελληνοκύπριους για να δούμε την πόλη και τα σπίτια μας από κοντά, όπως έγινε στις άλλες πόλεις το 2003, αλλά για το δικό τους όφελος, δηλαδή για οικιστικούς και τουριστικούς λόγους, αλλά κυρίως για πολιτικούς λόγους που σημαίνει να φέρουν εποίκους που δεν ήταν πρώην κάτοικοι των Βαρωσίων ή της περιοχής, οι οποίοι θα ανακαινίσουν τα τουριστικά κέντρα, θα εποικήσουν τα σπίτια μας, θα εκμεταλλευτούν τα περιβόλια μας και θα κάνουν την πόλη δική τους. Αυτό, δεν έχω άλλη λέξη, είναι τελείως ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ. Είναι σαν να πάρει κάποιος παράνομα την γη και το σπίτι σου, να μην σε αφήσει να το επισκεφτείς ή ακόμη να το δεις από κοντά για πάνω από 40 χρόνια και μετά από το πουθενά να λέει ότι την ανοίγω και θα ορίσω έναν ιδιοκτήτη κάποιον άλλον, όχι εσένα, που δεν έχει καμία σχέση με το σπίτι ή το μέρος αυτό και θα εκμεταλλευτώ αυτά που ήδη είχες χτίσει με κόπο και αξία για να πλουτίσω εγώ. Από ό,τι άκουσα οι περισσότεροι πρώην κάτοικοι της Αμμοχώστου λένε ότι πίστευαν ότι υπήρχε μία, απειροελάχιστη πιθανότητα να ξαναγυρίσουν πίσω στην πόλη τους, τώρα πια με αυτά που ανακοινώθηκαν χάθηκε ακόμη και αυτή και ότι νιώθουν σαν να πατάνε πάνω τους, αλλά και στην περιουσία τους και συμφωνώ απόλυτα σε αυτά που λένε.
Αγαπητό μου ημερολόγιο, ας ελπίσουμε μια μέρα να υπάρξει μια βιώσιμη λύση στην πολύπαθη Κύπρο μας, όχι μόνο βασισμένη στην άσβεστη επιθυμία των χιλιάδων ξεριζωμένων Κύπριων να επιστρέψουν στις πατρογονικές εστίες τους, αλλά να πρυτανεύσει και η λογική με τους σωστούς ηγέτες που θα επιδιώξουν οι δύο λαοί, Έλληνες και Τούρκοι, να ατενίζουν ένα κοινό μέλλον με ειρήνη και ευημερία στο νησί μας, με βάση τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δικαιοσύνη…
Πώς να είναι άραγε το σπίτι μας εκεί; Θα στέκεται περιμένοντας με τις αναμνήσεις να επιστρέψουν οι ιδιοκτήτες του; Θα περιμένει το κλείσιμο της πόρτας με την επιστροφή του πατέρα από τη δουλειά; Θα το στοιχειώνει το γέλιο ενός μικρού παιδιού που αναγκάστηκε να φύγει μακριά από τη λαίλαπα του πολέμου; Ο κήπος μας που η μητέρα περιποιόταν καθημερινά με τα όμορφα λουλούδια θα έχει σίγουρα μετατραπεί σε μια ζούγκλα από ζιζάνια και άγριο κισσό…
Όμορφα Βαρώσια, μες στην ψυχή μου ανοιχτή πληγή…
Θα σου δώσω όμως μια υπόσχεση! Θα σου ξαναγράψω ημερολόγιο μου, όταν θα υπάρχουν τα καλά νέα, νέα που ελπίζουμε σύντομα να ακούσουμε! Γεια σου πιστέ και υπομονετικέ μου φίλε, που μου είσαι δίπλα μου σε όλες τις δυσκολίες που έχω περάσει!
Προσκύνημα στη γενέτειρα του Αλέξη Ζιώγα
Προσκύνημα στη γενέτειρα
Βρισκόμασταν πλέον μόλις πέντε λεπτά μακριά από την πόλη. Δεν έχω ξαναδεί την μητέρα μου σε τέτοια κατάσταση. Προσπάθησα να την παρηγορήσω αλλά μου εξήγησε ότι όσο και να προσπαθούσα δεν θα την καταλάβαινα και η αλήθεια είναι ότι ήξερα πως είχε δίκιο. Η μητέρα μου ήταν μόλις έξι ετών όταν οι τουρκικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Αμμόχωστο και μας λέει ότι θυμάται την εισβολή λες και έγινε χτες. Θυμάται τον φόβο και την αβεβαιότητα για το μέλλον πολύ έντονα. Μας εξηγεί τα γεγονότα τόσο ζωντανά που νιώθω λες και βρισκόμουν και εγώ μαζί τους.
Μόλις μπήκαμε στην πόλη μας μίλησε για τις αναμνήσεις που είχε από τα χρόνια που πήγαινε στο σχολείο με τις φίλες της. Πόσο καλά θυμάται τότε που καθόταν στην καφετέρια στην γωνία του δρόμου τα σαββατοκύριακα μαζί με τον παππού που έπινε τον καφέ του και της έλεγε ιστορίες από όταν ήταν νέος. Θυμάται που πήγαινε στο σπίτι της καλύτερης της φίλης και έπαιζαν μέχρι το βράδυ. Ούτε αυτή ούτε κανένας άλλος δεν μπορούσε να φανταστεί πως όλα αυτά θα χανόταν τόσο απλά, μέσα σε λίγες στιγμές. Δεκάδες χιλιάδες άτομα έχασαν τις δουλειές τους, τα σπίτια τους, τις ζωές τους. Οικογένειες χωρίστηκαν και ξαναενώθηκαν χρόνια αν όχι δεκαετίες αργότερα, κάποιες άλλες δεν ήταν τόσο τυχερές. Δεν είναι λίγα τα άτομα που χωρίστηκαν κατά την διάρκεια της εισβολής και δεν ξαναείδαν ποτέ τον πατέρα ή την μητέρα τους τον αδερφό τους ή την αδερφή τους. Και για ποιόν λόγο; Για την ‘αποκατάσταση’ της δημοκρατίας τάχατε. Ο πραγματικός λόγος; Επέκταση του τουρκικού κράτους.
Αφού προχωρήσαμε για περίπου δεκαπέντε λεπτά με τα πόδια βρεθήκαμε επιτέλους στο σπίτι της μητέρας μου. Η μητέρα μου έπεσε στα γόνατα της μόλις αντίκρισε το παιδικό της σπίτι. Ποτέ στην ζωή μου δεν έχω δει την μητέρα μου να κλαίει τόσο έντονα. Είχε τόσες αναμνήσεις από το παιδικό της σπίτι, κάποιες έντονες άλλες πιο θολές αλλά ό,τι και να συμβεί δεν μπορεί να τις ξεχάσει. Δεν είναι λίγες οι φορές που μας έχει πει κάποια ιστορία από εκείνα τα χρόνια, τότε που τα πράγματα ήταν απλά. Όσο πονούσε μαζί της πονούσα και εγώ. Όλα τα χρόνια που μεγάλωνα η μητέρα μου ήταν εκεί, πάντα δίπλα μου στην χαρά και στην λύπη. Κάθε φορά που ήμουν δυστυχισμένος για κάτι ήξερε πως να με κάνει να γελάσω, κάθε φορά που ήμουν άρρωστός με βοηθούσε πάντα να το περάσω, οπότε όταν μας δόθηκε επιτέλους η ευκαιρία να πάμε στην Αμμόχωστο ήξερα πως έπρεπε να είμαι δίπλα της χωρίς δεύτερη σκέψη.
Όταν πλέον είχε έρθει η ώρα να φύγουμε η μητέρα μου ήταν ευγνώμων που εγώ και ο αδερφός μου την συνοδέψαμε σε αυτό το ταξίδι. Γνώριζε πως ίσως αυτή να ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπε την πόλη για αυτό χαίρεται που τουλάχιστον κατάφερε να την δει μία τελευταία φορά. Μακάρι, εάν η ίδια δεν καταφέρει να ξαναέρθει εδώ, να μπορώ εγώ και ο αδερφός μου να επιστρέψουμε στην γενέτειρα της αγαπητής μου μητέρας.
Αλέξης ΖιώγαςΤρίτη 18 Μαΐου 2021
''Προσκύνημα στην Αμμόχωστο''της Αμαλίας Λαΐου
Ξημέρωμα 15ης Απριλίου 1986,ο ήλιος αρχίζει σιγά-σιγά να βγαίνει από την κρυψώνα του και με το φως του καλημερίζει την πλάση. Έτσι, οι πρώτες ηλιαχτίδες γλιστράνε από το τζάμι του παραθύρου και χαϊδεύουν απαλά τα μαλλιά μου. Εγώ και η αδερφή μου ξυπνάμε νωρίς το πρωί και στεκόμαστε αθόρυβα μπροστά στο παράθυρο αγναντεύοντας το τοπίο και τη γαλήνη που επικρατεί πριν ξεκινήσουν οι κάτοικοι τη μέρα τους. Ωραία πόλη η Αθήνα, με μεγάλη ιστορία όπως είπε η μαμά όταν πρωτοήρθαμε εδώ. Βέβαια, καμιά άλλη πόλη αυτού του απέραντου κόσμου δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με τη δικιά μας, την Αμμόχωστο. Θ μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κάτι ξεχωριστό. Ίσως να είναι οι μυρωδιές των παραδοσιακών πιάτων που γεμίζουν τα τραπέζια των ντόπιων, ίσως οι φωνές των παιδιών που τραγουδούν αφήνοντας στους δρόμους μια μελωδία χαράς, ελευθερίας και γέλιου, ίσως να είναι οι καταστηματάρχες που είτε στέκονται στην πόρτα καλωσορίζοντας τον κόσμο, είτε συσκευάζουν σε πολύχρωμες σακούλες τα δώρα τους. Θα μπορούσα να σκεφτώ πολλούς ακόμα λόγους, αλλά δεν θα ταίριαζε στην εικόνα που όλοι πλέον έχουν στο νου τους, μια πόλη κατακτημένη από τους Τούρκους, ψυχρή, σκοτεινή, ένα παραμύθι με άσχημο τέλος, μια πόλη φάντασμα. Προσπαθώ να σβήσω αυτές τις εικόνες από τη μνήμη μου, αλλά είναι αδύνατον.
Όσο ετοιμάζω τα πράγματά μου για το ταξίδι και όσο οι ώρες περνούν, οι εικόνες είναι πιο έντονες. Στο μυαλό μου ηχούν οι συναγερμοί, ο πανικός, το κλάμα των παιδιών και οι άγριες φωνές του εχθρού, που δίχως έλεος μας ξεριζώνουν από τον τόπο μας. Σφίγγω την καρδιά μου προσπαθώντας να κρύψω όλα τα συναισθήματα που με έχουν κυριεύσει αυτήν τη στιγμή. Η ώρα περνάει και έφτασε η στιγμή που πρέπει να αποχαιρετήσω την οικογένειά μου. Αγκαλιάζω τ’ αδέρφια μου και ύστερα κοιτάω τη μητέρα μου που με κοιτά κι’ αυτή με δάκρυα στα μάτια και με σφίγγει στην αγκαλιά της.
Η μητέρα μου, είναι μια χαρούμενη γυναίκα. Όσο μέναμε στην Αμμόχωστο, τη θυμάμαι να μας διαβάζει ιστορίες δίπλα στη φωτιά και να μας τραγουδάει. Έχει πλέον αλλάξει. Προσπαθεί να μας δείξει ότι έχει ξεχάσει το παρελθόν και έχουμε αλλάξει κεφάλαιο στη ζωή μας, αλλά ξέρω ότι κάτω από το χαμόγελό της, κρύβεται η νοσταλγία για την πατρίδα και το κενό στην ψυχή της που προσπαθεί να το καλύψει κοιτάζοντας παλιές οικογενειακές φωτογραφίες και ανασύροντας στη μνήμη της ευτυχισμένες στιγμές.
Γι’ αυτό κι εγώ πήρα το θάρρος να μαζέψω όλο το κουράγιο και την τόλμη που μου απέμεινε, να κάνω αυτό το ταξίδι στην Αμμόχωστο, να δω ξανά το σπίτι που μεγάλωσα.
Ξεκινώ λοιπόν, ρίχνω την τσάντα στην πλάτη μου, αποχαιρετάω την οικογένειά μου και βγαίνω στο δρόμο που με περιμένει το ταξί. Ύστερα, φτάνω στο αεροδρόμιο, ευχαριστώ τον ταξιτζή δίνοντάς του το φιλοδώρημα και ανεβαίνω στο αεροπλάνο. Κάθομαι στη θέση μου και από την τσάντα μου βγάζω το Walkman που μου είχε χαρίσει η μητέρα μου πέρσι στα γενέθλιά μου. Προσπαθώ να συνδέσω τα καλώδια μεταξύ τους αλλά δεν τα καταφέρνω, ώσπου ακούγεται μια φωνή.
-Θέλεις βοήθεια; Σηκώνω το κεφάλι μου και βλέπω μια κοπέλα λίγο μεγαλύτερη από εμένα. ‘‘Ναι’’, της απαντώ δίνοντάς της το Walkman και σκουπίζοντας τα ιδρωμένα χέρια μου στο παντελόνι μου.
-Είναι η πρώτη φορά που γυρνάς στην πατρίδα;
-Ναι, της απαντώ. Πώς το καταλάβατε;
-Πίστεψέ με, είναι πολύ εύκολο να διακρίνεις τη διαφορά ανάμεσα στους ξενιτεμένους και στους απλούς επισκέπτες.
-Δηλαδή πώς γίνεται αυτό;
-Αν κοιτάξεις γύρω σου θα δεις ότι είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, είναι εκείνοι που προσπαθούν να κρύψουν το άγχος τους. Είτε διπλώνοντας ένα μαντίλι για να απασχολούν τα δάχτυλά τους, είτε κοιτώντας από το παράθυρο μετρώντας τα λεπτά που περνούν, είτε παιδιά σαν εσένα που ξετυλίγουν μανιωδώς τα καλώδια από το Walkman τους ή ξετυλίγοντας άσκοπα τις σελίδες ενός βιβλίου. Αυτό είπε, και μου έδωσε το κασετόφωνό μου με τα καλώδια ξεμπλεγμένα αυτή τη φορά. Την κοίταξα στα μάτια λέγοντάς της ευχαριστώ μ’ ένα χαμόγελο. Κανονικά, θα έβαζα ακουστικά, εκείνη θα συνέχιζε να ξεφυλλίζει το περιοδικό της και θα προσποιούμασταν ότι αυτή η συζήτηση δεν έγινε ποτέ, αλλά δεν έγινε έτσι. Πήρα το θάρρος και τη ρώτησα:
- Εσύ πρώτη φορά πηγαίνεις;
-Όχι, είχα πάει και το προηγούμενο καλοκαίρι αλλά ξέρεις, μια φορά δεν φτάνει για να την απολαύσεις. Πόσο καιρό σκοπεύεις να μείνεις;
-Όχι πολύ, λίγες μέρες και μετά θα γυρίσω στην οικογένειά μου. Κάπως έτσι συνεχίσαμε να μιλάμε για να καλύψουμε την αμήχανη ησυχία με γέλια και γνωρίζοντας σιγά-σιγά η μια την ιστορία της άλλης, ώσπου χωρίς να καταλάβουμε πως είχε περάσει η ώρα, αποβιβαστήκαμε από το αεροπλάνο έχοντας φτάσει στον προορισμό μας.
Γύρισε και με χαιρέτησε για ακόμη μια φορά σηκώνοντας τα χέρια της και φωνάζοντας μου να προσέχω. Έγνεψα το κεφάλι και της χαμογέλασα. Άραγε, τι να εννοεί με το ‘να προσέχω’; Περνάω τα ακουστικά πάνω από το κεφάλι μου και επιλέγω έναν σταθμό αφήνοντας αναπάντητο το ερώτημα.
Επέλεξα να διασχίσω τη διαδρομή αυτή με τα πόδια για να απολαύσω το τοπίο. Όλα μοιάζουν τόσο διαφορετικά, αλλά ακόμα υπάρχει η αίσθηση της πατρίδας που περιμένει τα παιδιά της με ανοιχτές αγκάλες. Καθώς μπαίνω στο κέντρο της πόλης, το μόνο που νιώθω είναι φόβος. Σκηνές από το παρελθόν έρχονται στο νου μου και προσπαθώ να συμπεριφερθώ φυσιολογικά, αγνοώντας τα άγρια, υποτιμητικά βλέμματα των Τούρκων που συμπεριφέρονται λες και αυτή η γη ήταν πάντα δική τους. Παίρνω βαθιά ανάσα, και αποφασίζω να φύγω από το κέντρο και να κατευθυνθώ προς το σπίτι μου.
Εδώ είμαι! Έφτασα! Αλλά τώρα τι πρέπει να κάνω ; στέκομαι έξω από το κατώφλι της πόρτας χτυπώντας νευρικά το πόδι μου και παίρνοντας βαθιές ανάσες. Κανονικά θα έπρεπε να είχα χτυπήσει βιαστικά την πόρτα και να συμπεριφερόμουν όπως αρμόζει στον κάτοχο αυτού του σπιτιού. Πρέπει να σταματήσω να κάνω σκέψεις και απλά να πατήσω ΄΄ Ντιν ΄΄ ακούγεται ο ήχος του κουδουνιού και αφήνω ασυναίσθητα το χέρι μου να κρατήσει την τσάντα μου για να φανώ χαλαρή. Η πόρτα ανοίγει και μπροστά της στέκεται μία κυρία, νέα σχετικά ρωτώντας με τι θέλω. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και της εξηγώ πως είμαι ιδιοκτήτρια αυτού του σπιτιού και ύστερα την ρωτάω γλυκά αν θα μπορούσα να περάσω, εκείνη δείχνει ενοχλημένη αλλά μου ανοίγει την πόρτα και με αφήνει να περάσω. Μπαίνω μέσα και το πρώτο δωμάτιο που αντικρίζω είναι το σαλόνι πόσες γιορτές περάσαμε σε αυτό το τραπεζάκι , πόσα κεράκια έσβησαν και πόσα δώρα ακούμπησαν πάνω σε αυτό το κεντητό άσπρο τραπεζομάντιλο και το πιάνο, έδινε την δική του ξεχωριστή πινελιά κάνοντας αυτό το σπίτι να φαίνεται αριστοκρατικό. Αλλά τώρα καταλαβαίνω πόσα χρόνια έχει μείνει κλειστό και σκονισμένο αμφιβάλλω αν ενδιαφέρθηκε αυτή η οικογένεια να γνωρίσει την μαγεία της μουσικής και όχι να το αμελήσουν σαν ένα άχρηστο βάζο.
Όλες αυτές οι εικόνες έρχονται στο μυαλό μου και πλημμυρίζουν την καρδιά μου με συναισθήματα χαράς και ξεγνοιασιάς ώσπου με έναν μικρό ήχο όλα σβήνουν . Είναι εκείνη που χτυπάει τα δάχτυλα της επίμονα για να διαγράψει τις σκέψεις μου :΄΄ Χρειάζεσαι κάτι;΄΄ με ρωτάει με ένα ψυχρό , τυπικό ύφος για να φανεί ευγενική ΄΄ θα μπορούσα να δω την κρεβατοκάμαρα;΄΄. Εκείνη γνέφει καταφατικά το κεφάλι της και μου λέει να την ακολουθήσω νομίζοντας πως έχω ξεχάσει το μέρος κι’ όμως θυμάμαι ακόμη και τις πιο μικρές λεπτομέρειες. Η πόρτα ανοίγει σιγά και η μεγάλη κρεβατοκάμαρα εμφανίζεται μπροστά μου , φαίνεται πως σε αυτό το δωμάτιο έχουν γίνει αλλαγές . Τα χρωματιστά σεντόνια έχουν αντικατασταθεί με απλές άχρωμες κουβέρτες ενώ στο κομοδίνο που συνήθιζαν να υπάρχουν βιβλία τώρα είναι άδειο και σκονισμένο . Αλλά αν μπορώ να διακρίνω καλά η μπιζουτιέρα της μαμάς βρίσκεται εκεί καταχωνιασμένη, χωρίς δεύτερη σκέψη την παίρνω στα χέρια μου και τινάζω την σκόνη που έχει μείνει. Αισθάνομαι την σπιτονοικοκυρά να έρχεται προς το μέρος μου : ‘’ Κράτα την άμα την θες έτσι κι’ αλλιώς θα την πουλούσαμε σε λίγο καιρό ‘’ την βάζω βιαστικά στην τσάντα μου και σκέφτομαι πως ένας άνθρωπος θα μπορούσε να πουλήσει κοσμήματα σαν και αυτά; , δεν μπορούν να αντιληφθούν την αξία τους ;. Σηκώθηκα από το πάτωμα και την ακολούθησα στο σαλόνι όπου κάπου εδώ η ΄΄ξενάγηση΄΄ τελείωσε, η σπιτονοικοκυρά με χαιρέτησε για ακόμα μια φορά τυπικά και με συνόδευσε προς την έξοδο. Δεν με ένοιαξαν οι τρόποι της αλήθεια , εγώ είχα επιτύχει τον σκοπό μου και η ικανοποίηση και η χαρά κυλούσαν μέσα μου δίνοντας μου ενέργεια και κουράγιο.
Οι επόμενες μέρες κύλησαν ήσυχα, με βόλτες χωρίς προορισμό απλά προσπαθώντας να χαρώ το τοπίο όσο πιο πολύ μπορούσα . Σήμερα μεσημέρι Κυριακής βρίσκομαι στο αεροπλάνο περιμένοντας να φτάσω στο αεροδρόμιο της Αθήνας . Οι ώρες στο αεροπλάνο πέρασαν ευχάριστα και γρήγορα και ύστερα περίμενα το ταξί με ανυπομονησία για να με πάει σπίτι. Μετά από πολλές ώρες αναμονής βρίσκομαι πλέον στο σπίτι και διηγούμαι τις ιστορίες στην μητέρα μου βλέποντας την να δοκιμάζει τα κοσμήματα της με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο της.
-
H Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Σερρών, η Πρεσβεία της Κύπρου στην Ελλάδα – Μορφωτικό Γραφείο – Σπίτι της Κύπρου, το Υπουργείο Εσωτερ...
-
Την Λένε… Την λένε πόλη φάντασμα Κι όμως έχει ακόμη ανάσα ζεστή Γέννησε τις ζωές πολλών ανθρώπων Αυτά δεν χάνονται… Ποτέ δε θα χαθούν. Τις...


