Ξημέρωμα 15ης Απριλίου 1986,ο ήλιος αρχίζει σιγά-σιγά να βγαίνει από την κρυψώνα του και με το φως του καλημερίζει την πλάση. Έτσι, οι πρώτες ηλιαχτίδες γλιστράνε από το τζάμι του παραθύρου και χαϊδεύουν απαλά τα μαλλιά μου. Εγώ και η αδερφή μου ξυπνάμε νωρίς το πρωί και στεκόμαστε αθόρυβα μπροστά στο παράθυρο αγναντεύοντας το τοπίο και τη γαλήνη που επικρατεί πριν ξεκινήσουν οι κάτοικοι τη μέρα τους. Ωραία πόλη η Αθήνα, με μεγάλη ιστορία όπως είπε η μαμά όταν πρωτοήρθαμε εδώ. Βέβαια, καμιά άλλη πόλη αυτού του απέραντου κόσμου δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με τη δικιά μας, την Αμμόχωστο. Θ μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κάτι ξεχωριστό. Ίσως να είναι οι μυρωδιές των παραδοσιακών πιάτων που γεμίζουν τα τραπέζια των ντόπιων, ίσως οι φωνές των παιδιών που τραγουδούν αφήνοντας στους δρόμους μια μελωδία χαράς, ελευθερίας και γέλιου, ίσως να είναι οι καταστηματάρχες που είτε στέκονται στην πόρτα καλωσορίζοντας τον κόσμο, είτε συσκευάζουν σε πολύχρωμες σακούλες τα δώρα τους. Θα μπορούσα να σκεφτώ πολλούς ακόμα λόγους, αλλά δεν θα ταίριαζε στην εικόνα που όλοι πλέον έχουν στο νου τους, μια πόλη κατακτημένη από τους Τούρκους, ψυχρή, σκοτεινή, ένα παραμύθι με άσχημο τέλος, μια πόλη φάντασμα. Προσπαθώ να σβήσω αυτές τις εικόνες από τη μνήμη μου, αλλά είναι αδύνατον.
Όσο ετοιμάζω τα πράγματά μου για το ταξίδι και όσο οι ώρες περνούν, οι εικόνες είναι πιο έντονες. Στο μυαλό μου ηχούν οι συναγερμοί, ο πανικός, το κλάμα των παιδιών και οι άγριες φωνές του εχθρού, που δίχως έλεος μας ξεριζώνουν από τον τόπο μας. Σφίγγω την καρδιά μου προσπαθώντας να κρύψω όλα τα συναισθήματα που με έχουν κυριεύσει αυτήν τη στιγμή. Η ώρα περνάει και έφτασε η στιγμή που πρέπει να αποχαιρετήσω την οικογένειά μου. Αγκαλιάζω τ’ αδέρφια μου και ύστερα κοιτάω τη μητέρα μου που με κοιτά κι’ αυτή με δάκρυα στα μάτια και με σφίγγει στην αγκαλιά της.
Η μητέρα μου, είναι μια χαρούμενη γυναίκα. Όσο μέναμε στην Αμμόχωστο, τη θυμάμαι να μας διαβάζει ιστορίες δίπλα στη φωτιά και να μας τραγουδάει. Έχει πλέον αλλάξει. Προσπαθεί να μας δείξει ότι έχει ξεχάσει το παρελθόν και έχουμε αλλάξει κεφάλαιο στη ζωή μας, αλλά ξέρω ότι κάτω από το χαμόγελό της, κρύβεται η νοσταλγία για την πατρίδα και το κενό στην ψυχή της που προσπαθεί να το καλύψει κοιτάζοντας παλιές οικογενειακές φωτογραφίες και ανασύροντας στη μνήμη της ευτυχισμένες στιγμές.
Γι’ αυτό κι εγώ πήρα το θάρρος να μαζέψω όλο το κουράγιο και την τόλμη που μου απέμεινε, να κάνω αυτό το ταξίδι στην Αμμόχωστο, να δω ξανά το σπίτι που μεγάλωσα.
Ξεκινώ λοιπόν, ρίχνω την τσάντα στην πλάτη μου, αποχαιρετάω την οικογένειά μου και βγαίνω στο δρόμο που με περιμένει το ταξί. Ύστερα, φτάνω στο αεροδρόμιο, ευχαριστώ τον ταξιτζή δίνοντάς του το φιλοδώρημα και ανεβαίνω στο αεροπλάνο. Κάθομαι στη θέση μου και από την τσάντα μου βγάζω το Walkman που μου είχε χαρίσει η μητέρα μου πέρσι στα γενέθλιά μου. Προσπαθώ να συνδέσω τα καλώδια μεταξύ τους αλλά δεν τα καταφέρνω, ώσπου ακούγεται μια φωνή.
-Θέλεις βοήθεια; Σηκώνω το κεφάλι μου και βλέπω μια κοπέλα λίγο μεγαλύτερη από εμένα. ‘‘Ναι’’, της απαντώ δίνοντάς της το Walkman και σκουπίζοντας τα ιδρωμένα χέρια μου στο παντελόνι μου.
-Είναι η πρώτη φορά που γυρνάς στην πατρίδα;
-Ναι, της απαντώ. Πώς το καταλάβατε;
-Πίστεψέ με, είναι πολύ εύκολο να διακρίνεις τη διαφορά ανάμεσα στους ξενιτεμένους και στους απλούς επισκέπτες.
-Δηλαδή πώς γίνεται αυτό;
-Αν κοιτάξεις γύρω σου θα δεις ότι είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, είναι εκείνοι που προσπαθούν να κρύψουν το άγχος τους. Είτε διπλώνοντας ένα μαντίλι για να απασχολούν τα δάχτυλά τους, είτε κοιτώντας από το παράθυρο μετρώντας τα λεπτά που περνούν, είτε παιδιά σαν εσένα που ξετυλίγουν μανιωδώς τα καλώδια από το Walkman τους ή ξετυλίγοντας άσκοπα τις σελίδες ενός βιβλίου. Αυτό είπε, και μου έδωσε το κασετόφωνό μου με τα καλώδια ξεμπλεγμένα αυτή τη φορά. Την κοίταξα στα μάτια λέγοντάς της ευχαριστώ μ’ ένα χαμόγελο. Κανονικά, θα έβαζα ακουστικά, εκείνη θα συνέχιζε να ξεφυλλίζει το περιοδικό της και θα προσποιούμασταν ότι αυτή η συζήτηση δεν έγινε ποτέ, αλλά δεν έγινε έτσι. Πήρα το θάρρος και τη ρώτησα:
- Εσύ πρώτη φορά πηγαίνεις;
-Όχι, είχα πάει και το προηγούμενο καλοκαίρι αλλά ξέρεις, μια φορά δεν φτάνει για να την απολαύσεις. Πόσο καιρό σκοπεύεις να μείνεις;
-Όχι πολύ, λίγες μέρες και μετά θα γυρίσω στην οικογένειά μου. Κάπως έτσι συνεχίσαμε να μιλάμε για να καλύψουμε την αμήχανη ησυχία με γέλια και γνωρίζοντας σιγά-σιγά η μια την ιστορία της άλλης, ώσπου χωρίς να καταλάβουμε πως είχε περάσει η ώρα, αποβιβαστήκαμε από το αεροπλάνο έχοντας φτάσει στον προορισμό μας.
Γύρισε και με χαιρέτησε για ακόμη μια φορά σηκώνοντας τα χέρια της και φωνάζοντας μου να προσέχω. Έγνεψα το κεφάλι και της χαμογέλασα. Άραγε, τι να εννοεί με το ‘να προσέχω’; Περνάω τα ακουστικά πάνω από το κεφάλι μου και επιλέγω έναν σταθμό αφήνοντας αναπάντητο το ερώτημα.
Επέλεξα να διασχίσω τη διαδρομή αυτή με τα πόδια για να απολαύσω το τοπίο. Όλα μοιάζουν τόσο διαφορετικά, αλλά ακόμα υπάρχει η αίσθηση της πατρίδας που περιμένει τα παιδιά της με ανοιχτές αγκάλες. Καθώς μπαίνω στο κέντρο της πόλης, το μόνο που νιώθω είναι φόβος. Σκηνές από το παρελθόν έρχονται στο νου μου και προσπαθώ να συμπεριφερθώ φυσιολογικά, αγνοώντας τα άγρια, υποτιμητικά βλέμματα των Τούρκων που συμπεριφέρονται λες και αυτή η γη ήταν πάντα δική τους. Παίρνω βαθιά ανάσα, και αποφασίζω να φύγω από το κέντρο και να κατευθυνθώ προς το σπίτι μου.
Εδώ είμαι! Έφτασα! Αλλά τώρα τι πρέπει να κάνω ; στέκομαι έξω από το κατώφλι της πόρτας χτυπώντας νευρικά το πόδι μου και παίρνοντας βαθιές ανάσες. Κανονικά θα έπρεπε να είχα χτυπήσει βιαστικά την πόρτα και να συμπεριφερόμουν όπως αρμόζει στον κάτοχο αυτού του σπιτιού. Πρέπει να σταματήσω να κάνω σκέψεις και απλά να πατήσω ΄΄ Ντιν ΄΄ ακούγεται ο ήχος του κουδουνιού και αφήνω ασυναίσθητα το χέρι μου να κρατήσει την τσάντα μου για να φανώ χαλαρή. Η πόρτα ανοίγει και μπροστά της στέκεται μία κυρία, νέα σχετικά ρωτώντας με τι θέλω. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και της εξηγώ πως είμαι ιδιοκτήτρια αυτού του σπιτιού και ύστερα την ρωτάω γλυκά αν θα μπορούσα να περάσω, εκείνη δείχνει ενοχλημένη αλλά μου ανοίγει την πόρτα και με αφήνει να περάσω. Μπαίνω μέσα και το πρώτο δωμάτιο που αντικρίζω είναι το σαλόνι πόσες γιορτές περάσαμε σε αυτό το τραπεζάκι , πόσα κεράκια έσβησαν και πόσα δώρα ακούμπησαν πάνω σε αυτό το κεντητό άσπρο τραπεζομάντιλο και το πιάνο, έδινε την δική του ξεχωριστή πινελιά κάνοντας αυτό το σπίτι να φαίνεται αριστοκρατικό. Αλλά τώρα καταλαβαίνω πόσα χρόνια έχει μείνει κλειστό και σκονισμένο αμφιβάλλω αν ενδιαφέρθηκε αυτή η οικογένεια να γνωρίσει την μαγεία της μουσικής και όχι να το αμελήσουν σαν ένα άχρηστο βάζο.
Όλες αυτές οι εικόνες έρχονται στο μυαλό μου και πλημμυρίζουν την καρδιά μου με συναισθήματα χαράς και ξεγνοιασιάς ώσπου με έναν μικρό ήχο όλα σβήνουν . Είναι εκείνη που χτυπάει τα δάχτυλα της επίμονα για να διαγράψει τις σκέψεις μου :΄΄ Χρειάζεσαι κάτι;΄΄ με ρωτάει με ένα ψυχρό , τυπικό ύφος για να φανεί ευγενική ΄΄ θα μπορούσα να δω την κρεβατοκάμαρα;΄΄. Εκείνη γνέφει καταφατικά το κεφάλι της και μου λέει να την ακολουθήσω νομίζοντας πως έχω ξεχάσει το μέρος κι’ όμως θυμάμαι ακόμη και τις πιο μικρές λεπτομέρειες. Η πόρτα ανοίγει σιγά και η μεγάλη κρεβατοκάμαρα εμφανίζεται μπροστά μου , φαίνεται πως σε αυτό το δωμάτιο έχουν γίνει αλλαγές . Τα χρωματιστά σεντόνια έχουν αντικατασταθεί με απλές άχρωμες κουβέρτες ενώ στο κομοδίνο που συνήθιζαν να υπάρχουν βιβλία τώρα είναι άδειο και σκονισμένο . Αλλά αν μπορώ να διακρίνω καλά η μπιζουτιέρα της μαμάς βρίσκεται εκεί καταχωνιασμένη, χωρίς δεύτερη σκέψη την παίρνω στα χέρια μου και τινάζω την σκόνη που έχει μείνει. Αισθάνομαι την σπιτονοικοκυρά να έρχεται προς το μέρος μου : ‘’ Κράτα την άμα την θες έτσι κι’ αλλιώς θα την πουλούσαμε σε λίγο καιρό ‘’ την βάζω βιαστικά στην τσάντα μου και σκέφτομαι πως ένας άνθρωπος θα μπορούσε να πουλήσει κοσμήματα σαν και αυτά; , δεν μπορούν να αντιληφθούν την αξία τους ;. Σηκώθηκα από το πάτωμα και την ακολούθησα στο σαλόνι όπου κάπου εδώ η ΄΄ξενάγηση΄΄ τελείωσε, η σπιτονοικοκυρά με χαιρέτησε για ακόμα μια φορά τυπικά και με συνόδευσε προς την έξοδο. Δεν με ένοιαξαν οι τρόποι της αλήθεια , εγώ είχα επιτύχει τον σκοπό μου και η ικανοποίηση και η χαρά κυλούσαν μέσα μου δίνοντας μου ενέργεια και κουράγιο.
Οι επόμενες μέρες κύλησαν ήσυχα, με βόλτες χωρίς προορισμό απλά προσπαθώντας να χαρώ το τοπίο όσο πιο πολύ μπορούσα . Σήμερα μεσημέρι Κυριακής βρίσκομαι στο αεροπλάνο περιμένοντας να φτάσω στο αεροδρόμιο της Αθήνας . Οι ώρες στο αεροπλάνο πέρασαν ευχάριστα και γρήγορα και ύστερα περίμενα το ταξί με ανυπομονησία για να με πάει σπίτι. Μετά από πολλές ώρες αναμονής βρίσκομαι πλέον στο σπίτι και διηγούμαι τις ιστορίες στην μητέρα μου βλέποντας την να δοκιμάζει τα κοσμήματα της με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο της.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.