Ένα τελευταίο αντίο
Πέμπτη. Άλλη μια Πέμπτη. Άλλη μια διαφορετική Πέμπτη, ή μια συνηθισμένη; Όπως και να ‘χει, οι δείκτες του ρολογιού είναι σταματημένοι στο 11 και στο 9. Κάθομαι ξαπλωμένη ακόμη και κοιτάω το ταβάνι. Νομίζω είμαι περίπου ένα δεκάλεπτο έτσι. Έχω σχολή, πρέπει να σηκωθώ. Αλλά δεν μπορώ. Δεν με κρατούν τα πόδια μου. Χρειάζομαι ύπνο, που να τον βρω όμως. Δεν μπορώ να κοιμηθώ καθόλου. Κοιμάμαι 14 χρόνια σε αυτό το κρεβάτι και είναι ελάχιστες οι φορές που θυμάμαι να κοιμήθηκα και να ξύπνησα πρωί χωρίς να ξυπνήσω μέσα στην νύχτα. Το ξυπνητήρι διέκοψε τις σκέψεις μου. Είχε πάει 12. Τα πρωινά ξυπνήματα πλέον δεν συνοδεύονται από το χαλαρό άρωμα Κύπρου. Πραγματικά από την στιγμή που μας διώξανε, βρίσκω την ζωή τόσο μονότονη, προβλέψιμη και ο χρόνος για μένα πια είναι σκόνη και όχι χρυσός.
Σηκώθηκα έφτιαξα τον καφέ μου και μέσα σε 10 λεπτά είχα ετοιμαστεί και στεκόμουν ήδη στην πόρτα με τα κλειδιά στο ένα χέρι και τον καφέ στο άλλο. Πριν μια μόλις εβδομάδα έμαθα ότι μας δώσανε αξία. Ο δρόμος είναι ανοιχτός για τους κατοίκους. Η Αμμόχωστος θα ξανακατοικηθεί από Κύπριους πάλι. Ή τουλάχιστον ότι έχει απομείνει από αυτήν. Είμαι πάνω στο μηχανάκι, σταματημένη πάνω σε μια διάβαση ακριβώς, μποτιλιάρισμα. Αθήνα σου λέει ο άλλος. Μεγάλη πόλη, πρωτεύουσα βλέπεις. ‘Στην Αθήνα όλα θα φτιάξουνε θα ζήσουμε την ζωή που δεν μπορέσαμε να ζήσουμε στην Κύπρο’ μου λεγε η μάνα μου. Να τη λοιπόν η ζωή που θέλαμε να ζήσουμε. Κολλημένοι και εμείς σαν τα οχήματα να καλή ώρα τώρα στα φανάρια. Περιμένουν το πράσινο φως. Έτσι και μεις. Περιμένουμε ένα πράσινο φως για να προχωρήσουμε, αυτό που θα μας βεβαιώσει ότι θα είμαστε ασφαλείς. Πράσινο φως στην Αθήνα δεν είδα ποτέ. Δεν νιώθω πια ασφάλεια πουθενά και λυπάμαι πραγματικά που μπορώ και αποκαλούμαι με τον ίδιο χαρακτηρισμό που αποκαλούνται κάποιο που παίρνουν με το έτσι θέλω σπίτια, περιουσίες και πετάνε στον δρόμο οικογένειες ολόκληρες. Άνθρωπος……
Έτσι μας πετάξανε και μας. Πέντε ορφανά από πατέρα και με χήρα μάνα, χωρίς έλεος, χωρίς ίχνος ανθρωπιάς. Δύο μήνες περιπλάνησης ήταν αρκετοί για να συνειδητοποιήσουμε ότι η μοίρα μας είχες φυλαγμένη την υπόλοιπη ζωή μας στην Αθήνα. Κ μάλλον θα υπακούσουμε χωρίς να σηκώσουμε κεφάλι. Γιαυτό και ‘γω δεν έχω σκοπό να πάω. Η μαμά θέλει σαν τρελή να πάμε. Να ξαναπατήσει τα χώματα που εδώ και 14 χρόνια δεν έχει πατήσει, να ξαναμυρίσει την κυπριακή αυτή μυρωδιά που πλημμύριζε τους φτωχούς αυτούς δρόμους της Αμμόχωστου, να ξαναζήσει σαν υπερήφανη Κύπρια με το υψηλό ανάστημα της και όχι σαν κυνηγημένη μετανάστρια που ψάχνει απεγνωσμένα στις πόρτες των πρωτευουσιάνων κατανόηση και στοργή. Και τα αλλά 4 λεβεντόπαιδα της δεν τους κάνει και πολύ κέφι. Ο ένας δεν θυμάται καν την Κύπρο, ήταν μωρό, ο μεγάλος παμπόνηρος και καχύποπτος κάτι λέει του μυρίζει, δεν έχει καλό προαίσθημα για αυτό, ο δευτερότοκος με την τρέλα της μαμάς. Και κάπου στην μέση είμαι εγώ που στα 7 έμεινα φορώντας πιτζάμες, ένα ζευγάρι κάλτσες και το μαλλί πιασμένο αλογοουρά στο πεζοδρόμιο. Εγώ που καταβάθος το ξέρω καλά μέσα μου ότι θέλω με τόση λαχτάρα να γυρίσω, άλλα η επιφανειακή μου επιθυμία είναι να μην πάω πουθενά. Και μάλλον η επικρατέστερη.
Ξημέρωσε Σάββατο. Η μάνα μας το ξεκαθάρισε :Εγώ έρθετε δεν έρθετε Κύπρο θα πάω. Και με τα δίκια της. Έζησε 47 χρόνια εκεί. Δεν τα λες και λίγα. Είμαστε αχάριστοι. Ξέρουμε και οι 5 πόσο πολύ επιθυμεί να γυρίσει. Και ξέρουμε επίσης ότι κάτω απο τον εγωισμό μας κρύβεται βαθιά αλλά μάλλον όχι τόσο καλα κρυμμένος ο ενθουσιασμός μας. Θέλουμε ν το παίξουμε σκληροί αλλά δεν μπορούμε. Νομίζουμε ότι η σκληρότητα ή έστω η υποτιθέμενη σκληρότητα, πάντα νικάει την ευαισθησία. Αυτό το μάθημα τουλάχιστον πήραμε με τον διωγμό μας. Αλλά τελικά δεν είναι έτσι. Η ζωή τα έφερε τούμπα. Δικαιωθήκαμε. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε. Όσο οι μέρες περνούσαν τόσο και η επιθυμία της επιστροφής μέσα μου μεγάλωνε. Μια μεγάλη σαπουνόφουσκα, αλλά δεν θα μεγαλώνει για πάντα, κάποια στιγμή θα σπάσει και τότε θα είναι που θα πρέπει να βάλεις την καρδιά σου να σε οδηγήσει και καλώς ή κακώς ο δρόμος αυτός οδηγούσε στην Αμμόχωστο.
Κυριακή. Βαρετά τα πρωινά της Κυριακής πολύ. Δεν είχα τι να κάνω και είπαμε με τα αδέρφια μου να φάμε το μεσημέρι με την μαμά. Και έτσι και έγινε. Η μαμά είχε ήδη ετοιμάσει βαλίτσες. Τρεις με το συμπάθιο.
- Για που το βάλαμε;;; της είπε παίζοντας τον ανήξερο ο μικρός
- Στον τόπο που γεννήθηκες εσύ, τα αδέρφια σου, εγώ, ο πατέρας σου, στον τόπο που παντρεύτηκα που μεγάλωσα εσάς, στον τόπο που εσείς απαρνιέστε. Λέγοντας αυτά τα λόγια η μάνα βούρκωσε, το έκρυψε βέβαια προσπάθησε πολύ, αλλά εγώ το είδα. Το δάκρυ δεν άντεξε, κύλησε.
- Νομίζετε πως τώρα γίνατε Αθηναίοι. Ανώτεροι. Υπεράνω. Τώρα πλέον ήταν φανερό. Κάθε λέξη συνοδευόταν από ένα δάκρυ. Κάθε όμως λέξη.
- Νομίζετε ότι επειδή μας διώξανε ότι είμαστε κάποιοι κακόμοιροι. Τώρα την καθαρίσατε αυτήν την βρωμιά από πάνω σας ε; Τώρα αλλάξατε ταυτότητα. Τώρα είστε καθαροί,καλοδεχούμενοι, αγαπητοί. Ε λοιπόν σας πληροφορώ πως εμένα το αίμα που κυλάει στις φλέβες μου είναι ακόμα Κυπριακό από την μέρα που γεννήθηκα μέχρι την μέρα που θα αφήσω την τελευταία μου πνοή. Και νιώθω υπερήφανη γι’αυτό. Στα χώματα που δεν θέλετε να πατήσετε είναι θαμμένος ο πατερας σας. Κάτι που θα έπρεπε τουλάχιστον να σεβαστείτε και με το παραπάνω. Εγώ πίσω θα γυρίσω, ακόμα και γι μια μέρα, για ένα λεπτό.
Και η μαμά έφυγε από το τραπέζι κλαίγοντας. Είχαμε μείνει κυριολεκτικά όλοι άναυδοι. Τέτοιο ξέσπασμα χρόνια είχαμε να δούμε από ‘κεινη. Αλλά δεν ήταν το ξέσπασμα τελικά εκείνο που μας ξάφνιασε, αλλά αυτά που μας είπε. Κοιταζόμασταν για τουλάχιστον 5 λεπτα με τα αδέρφια μου σαν χαμένοι μη μπορώντας ακόμη να συνειδητοποιήσουμε τι είχε γίνει. Αυτή είναι η ψεύτικη εκδοχή. Η πραγματική είναι ότι τα λόγια της μάνας μας άγγιξαν όλους τόσο βαθιά. Είχαμε όλοι βουρκώσει, αυτό ήταν το μόνο φανερό σίγουρο. Την σιωπή έσπασε ο μεγάλος.
- Μ-μάλλον θα πρέπει να ξανασκεφτούμε, το θέμα, θέλω να πω-
- Τι να ξανασκεφτούμε ρε; τον διέκοψε ο δεύτερος.
Εγώ αύριο κιόλας φτιάχνω βαλίτσες. Δεν μπορούμε να φερόμαστε με τόση αχαριστία στον τόπο που μεγαλώσαμε. Έχει δίκιο η μαμά. Τώρα μας χρειάζεται περισσότερο από ποτέ και εμείς της γυρνάμε την πλάτη. Όχι μόνο σε αυτήν, αλλά και στην πατρίδα μας.
- Έχει δίκιο ο Μάριος, πετάχτηκε ο τρίτος στην σειρά γεννημένος.
- Εγώ ακόμα έχω τις επιφυλάξεις μου παιδιά. Είπε ο μεγάλος.
Ήταν η σειρά μου ως τέταρτη στην σειρά γεννηθείσα να μιλήσω. Δεν άντεξα.
- Πολύ καλά. Είπα με τόση σιγουριά και αυτοπεποίθηση που απόρησα κ γω η ίδια με τον εαυτό μου.
Όποιος θέλει θα μείνει πίσω. Δεν θα παρακαλέσουμε και δεν θα αναγκάσουμε κανέναν.
Ο μικρός δεν έλεγε τίποτα. Παρακολουθούσε αμίλητος την λογομαχία μας. Ήξερε ότι όποια και να ήταν η απόφαση μας, αυτός θα έφευγε με την μαμά. Κάποιες φορές τον κοιτάνε τα αδέρφια μου και θυμούνται πως ήταν αυτοί στην ηλικία του, στα 14. Η αλήθεια είναι ότι ο μικρός μοιάζει υπερβολικά πολύ στον Άγγελο, τον τρίτο στην σειρά, ο οποίος μοιάζει πολύ στον μπαμπά. Μόνο αυτοί οι δύο πήραν τα γαλανά μάτια του μπαμπά. Δεν θα ‘λεγα πως είναι οι αγαπημένοι της μαμάς γιατί ποτέ δεν μας έδωσε την αφορμή να συμπεράνουμε ότι κάνει διακρίσεις στα παιδια της, αλλά το βλέπαμε στο προσωπό της εγώ και οι υπόλοιποι κάθε φορά που μιλάει με τον μικρό ή τον Άγγελο, κάτι αλλάζει μέσα της, χάνεται στα γαλανά τους μάτια. Από τότε που πέθανε ο μπαμπάς τουλάχιστον. Και τότε κατάλαβα ότι είχα χαζέψει και κοιτούσα για ένα δίλεπτο τον μικρό χαμένη στις πολύπλοκες και μακροχρόνιες πάντα σκέψεις μου. Οι άλλοι ακόμα μιλούσαν.
- Τέλος έληξε, αύριο ετοιμαζόμαστε. Φώναξε και χτύπησε δυνατά το χέρι του στο τραπέζι ο Μάριος.
Δευτέρα ξημέρωσε και σηκώθηκα τρέχοντας από το κρεβάτι. Αύριο κιόλας αναχωρούσαμε. Άρχισα να μαζεύω. Δεν ήξερα πόσο θα μείνουμε, αν θα μείνουμε. Το μόνο που ήξερα είναι ότι την ώρα που τα ρούχα τοποθετούνταν μέσα στην βαλίτσα οι αναμνήσεις πηδούσαν και αυτές μέσα ασταμάτητα. Ήταν η πρώτη φορά που έβαλα τα κλάματα απο το πουθενά. Ίσως και μόνο στην ιδέα ότι ετοιμάζομαι ν πάω στον τόπο όπου οι στιγμές έγιναν αναμνήσεις, ο συναισθηματικός φόρτος μου με κέρδισε. Και τότε τα πράγματα διορθώθηκαν, κάπως. Πίσω καλά κρυμμένο από τα πουλόβερ ήταν ένα κουτί, μικρό σε μέγεθος, σκονισμένο αρκετά καλά ώστε να καταλάβω πόσο καιρο έχει μείνει ακίνητο και ανέγγιχτο εκεί μέσα. Είχα ξεχάσει την ύπαρξή του. Φυσικά με την πρώτη ματιά η γνώση ύπαρξης του επανήρθε ζωντανότερη απο ποτέ μέσα μου. Ήταν το μόνο πράγμα που η μητέρα μου μπόρεσε ή πρόλαβε ή δεν ξερω, να πάρει την νύχτα που όλος ο υπόλοιπος κόσμος γκρεμιζόταν γύρω μας. Και ως η μόνη της θυγατέρα όπως με αποκαλεί μου το έδωσε να το κρατήσω εγώ. Και φυσικά και το πήρα στα χέρια μου. Και φυσικά και το άνοιξα. Και φυσικά ξεφύλλισα το περιεχόμενο του. Φωτογραφίες. Πολλές, αμέτρητες. Από την γέννηση του πατέρα μέχρι και του μικρού. Αυτό το κουτί κλείδωσε μια για πάντα όταν φύγαμε. Ήταν ξεκάθαρη η σκουριασμένη πλέον που με το ζόρι διέκρινες τα γράμματα της πινακίδα. Κύπρος. Μπήκε στην βαλίτσα μαζί με τα άλλα.
Το ταξίδι ήταν μίζερο. Ήταν σαν τον παλιό καλό ξένο βουβό κινηματογράφο. Ήμασταν ανέκφραστοι θα μπορούσα να πω. Ίσως κρατούσαμε την αδρεναλίνη και την ενέργεια για μετά. Ίσως και να μην υπήρχε ούτε αδρεναλίνη ούτε ενέργεια. Το έβλεπα ως ένα απλό συνηθισμένο ταξίδι, ενώ δεν ήταν. Ο προορισμός ήταν ένα άπιαστο, νοσταλγικό όνειρο για ‘μας κάποτε. Αυτό ήταν που το έκανε ξεχωριστό. Κάτι σαν παιδικό απωθημένο. Λογικά ο ενθουσιασμός να μην ήρθε μαζί μας. Κανένας μας δεν ήταν υπερβολικά ξετρελαμένος. Ακόμα και η μαμά. Που θα κινούσε γη και ουρανό για να πάει, στο ταξίδι φαινόταν σκεπτική αρκετά. Η σιωπή έκανε την όλη κατάσταση χειρότερη. Ούτε λέξη δεν ειπώθηκε από την ώρα της απογείωσης. Τελικά όλοι αποδειχτήκαμε μεγάλοι εγωιστές. Είμαι σίγουρη πως τα αδέρφια μου θα εύχονταν να γυρίσει το αεροπλάνο πίσω. Μάλλον και εγώ αυτό θα ήθελα. Δεν ξέρω αν θέλω να γυρίσω και να δω τους Τούρκους πάλι. Αν είναι ακόμα εκεί. Μπορεί τα σπίτια μας να μην ήταν για το επίπεδο τους και να μας επέτρεψαν επιτέλους να επιστρέψουμε. Πήραμε την άδεια τους. Το πράσινο φως που περιμέναμε. Αυτό το μποτιλιάρισμα κράτησε πολύ τελικά. 14 χρόνια.
Φτάσαμε χωρίς να το καταλάβουμε. Ο πιλότος μας ειδοποίησε από τα μεγάφωνα. Μας ανακοίνωσε ότι φτάσαμε. Κάτι το οποίο δεν ήθελα καθόλου να ακούσω. Δεν ήμουν έτοιμη. H αντιμετώπιση αυτή ήθελε πολύ θάρρος και ψυχραιμία, εγώ κανένα από αυτά δεν κατείχα εκείνη την στιγμή. Με το που αποβιβαστήκαμε από το αεροπλάνο, ξέραμε. Ξέραμε πως τώρα δεν υπήρχε γυρισμός. Ξέραμε πως ήρθε η ώρα. Ξέραμε πως ο δρόμος που βρισκόταν μπροστά μας μας οδηγούσε σπίτι. Στο πραγματικό σπίτι. Το σπίτι στην Αθήνα δεν το ένιωσα ποτέ σπίτι μου. Ποτέ δικό μου. Όμως για αυτό εδώ….. Δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία.
Καθόμασταν και κοιτούσαμε ακίνητοι τον όμορφο τούτο γνωστό αλλά άγνωστο για ‘μας τόπο. Ο καθένας με την σειρά έσκασε ένα μικρό μελαγχολικό χαμόγελο. Η μητέρα μας ήταν η πρώτη που έκανε βήμα μπροστά και κοίταξε τον ουρανό. Είχε δίκιο, ο καταγάλανος ουρανός ήταν τόσο συνηθισμένος αλλά για ‘μας ξεχωριστός. Το αεράκι, το κυπριακό αυτό αεράκι φυσούσε και γαλήνια μας σκούντηξε τον ώμο. Ήταν η Αμμόχωστος.
Προχωρούσαμε σαν χαμένοι μέχρι να συνειδητοποιήσουμε που πηγαίναμε για λίγη ώρα. Η φλυαρία μας ασταμάτητη και ακούραστη. Μιλούσαμε με τόσο ενθουσιασμό και με τόση ενέργεια, προσπαθούσαμε να δούμε που πάμε. Όλα ήταν διαφορετικά αρκετά. Οι Τούρκοι μας κοιτούσαν υποτιμητικά. Αλλά πια δεν μας ένοιαζε. Ο ενθουσιασμός μας εκείνη την στιγμή τα είχε κερδίσει όλα. Μέσα σε 20 λεπτά βρήκαμε την γειτονιά. Την παλιά αυτή ωραία μας γειτονιά. Η εικόνα που μπορώ λεπτομερώς να θυμηθώ είναι και η τελευταία μου σε αυτην την γειτονιά. Εκείνο το βράδυ, που οι σειρήνες δεν σταμάτησαν να βουίζουν, που αντιστασιακοί ξυλοκοπήθηκαν μπροστά στα μάτια τα δικά μου και άλλων 20 παιδιών, που με την βία αυτοί που σήμερα θεωρούνται κάτοικοι της Αμμοχώστου έδιωξαν οικογένειες από τα σπίτια τους. Πολλές εικόνες, παιδικές αναμνήσεις, χαρούμενες κυρίως αλλά και θολές τριγύριζαν στο μυαλό μου αντικρίζοντας την γειτονιά, αλλά εκείνο το βράδυ παίζεται επανειλημμένα στο κεφάλι μου σαν μικρή ταινία. Ταινία με άσχημο τέλος, έτσι και αλλιώς μόνο τα παραμύθια έχουν αίσιο τέλος, και η ζωή του ανθρώπου δεν είναι ένα απ’ αυτά.
Χαζεύοντας λοιπόν ένα ένα τα σπίτια καθώς προχωρούσαμε, φτάσαμε σε ένα κουδούνι που έλεγε Ιορδάνη. Και ναι, ήταν το πατρικό μου. Δεν είχε αλλάξει πολύ. Σχεδόν καθόλου. Το εξωτερικό του σπιτιού τουλάχιστον. Τότε ήταν η στιγμή που θα έπρεπε να ξαμολήσουμε όλο το θάρρος και το κουράγιο που πήραμε μαζί μας. Τώρα ήταν η στιγμή. Πίσω μας χωρίς να το καταλάβουμε στεκόταν ένας άντρας. Μόλις τον αντιληφθήκαμε μας ρώτησε με ένα πλατύ χαμόγελο αν ψάχνουμε κάτι.
- Μάλιστα. Είμαστε οι ιδιοκτήτες του σπιτιού. Απάντησε αμέσως η μητέρα μου.
- Α. Έκανε εκείνος με δισταγμό.
- Μόλις ήρθαμε. Απάντησε ακόμα πιο γρήγορα ο μεγάλος μου αδερφός.
- Ε τότε μεγάλη μου χαρά να σας εξυπηρετήσω. Είπε ο άντρας και αμέσως άνοιξε την πόρτα με τα κλειδιά του.
Μόλις άνοιξε η πόρτα μια γυναίκα με μαντίλα εμφανίστηκε και το χαμόγελό της σβήστηκε μόλις είδε ότι ο άντρας της μάλλον, είχε παρέα.
- Ποιοι είναι αυτοί; Ρώτησε με μεγάλη αγένεια και τότε στην πόρτα ξεπρόβαλαν άλλα δύο παιδιά ένα αγόρι λίγο πιο μικρό από μένα και ένα μικρό κοριτσάκι.
Ο άντρας εξήγησε και η γυναίκα απρόθυμα βέβαια, συμφώνησε και προσφέρθηκε να μας ξεναγήσει.
- Όχι κοπέλα μου το ξέρω το σπίτι μου. Είπε η μητέρα μου στον ίδιο απρόθυμο και ειρωνικό τόνο.
- Το κουδούνι; Ρώτησε ο μικρός μου αδερφός
- Α, ε όταν ο πατέρας μου έμεινε στο σπίτι για πρώτη φορά προτίμησε να μην βγάλουμε το κουδούνι του προηγούμενου ιδιοκτήτη. Το θεώρησε λάθος, πίστευε πως αυτό θα τον τιμούσε ακόμα και γι’ αυτό βάλαμε άλλο δικός μας κουδούνι ακριβώς από πάνω.
- Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας, αλλά ο άντρας μου είναι νεκρός. Είπε η μητέρα ενώ με δάκρυα ήδη στα μάτια κοιτούσε το σπίτι γύρω γύρω.
Όπως όλοι μας άλλωστε. Τα πράγματα είχαν αλλάξει θέση εντελώς. Κάποια δεν υπήρχαν καν. Όπως τα κάδρα στον τοίχο. Κι όμως εγώ παρόλο που έβλεπα ένα σπίτι παντελώς διαφορετικό από αυτό που άφησα, έχω ακόμα την εικόνα του παλιού στο μυαλό μου. Κάτι που νόμιζα πως δεν θυμάμαι πια. Στην Αθήνα δεν μπόρεσα ποτέ να θυμηθώ ακριβώς το σπίτι αλλά τωρα….
Ήθελα να πάω να δω το δωμάτιο μου. Το σπίτι ήταν αρκετά μεγάλο ο καθένας μας είχε δικό του δωμάτιο εκτός από τον μικρό που κοιμόταν με τους γονείς. Και ναι, ήταν όπως φαντάστηκα το δωμάτιο της μικρής. Και είχε μείνει ίδιο. Η εικόνα αυτή με έκανε να δακρύσω. Πίσω μου μικρά βήματα με έκαναν να σκουπίσω γρήγορα τα μάτια μου. Ήταν το μικρό κοριτσάκι, πολύ γλυκούλα σαν άγγελος. Γονάτισα στο ύψος της και της είπα:
- Αυτό…. Ήταν το δωμάτιο μου, προσπαθώντας πάρα πολύ να συγκρατήσω τα δάκρυα μου.
Η μικρούλα μου χαμογέλασε και έτρεξε στο κρεβάτι της.
- Τότε αυτό θα είναι δικό σου, μου είπε και μέσα από ένα μικρό κουτάκι, ενα χρυσό κολιέ. Κατευθείαν ξέσπασα δεν άντεξα τόσο συναισθηματικό φόρτο μέσα σε μια ώρα. Ήταν ένα δώρο πολύτιμης αξία για τότε, που μου είχε κάνει ο πατέρας μου στα τελευταία γενέθλια μου πριν πεθάνει. Τ βράδυ εκείνο δεν το φορούσα. Το πήρα βιαστικά στα χέρια μου και με μια βιαστικότερη κίνηση αγκάλιασα την μικρούλα.
- Σε ευχαριστώ της είπα, με όση ανάσα που απέμεινε.
- Α, είπε η μικρή και τρέχοντας έβγαλε κάτω από το μαξιλάρι της μια κούκλα και μου την έδωσε.
Και αυτή πρέπει να είναι δική σου, μου είπε με ένα τόσο γλυκό χαμόγελο.
Χαμογέλασα και γω.
- Ξέρεις κάτι; Αυτό θέλω να το κρατήσεις εσύ. Ναι είναι δική μου και κοιμόμουν με αυτήν κάθε βράδυ. Την λένε Μέλανι και θέλω να θυμάσαι ότι είναι του μικρού κοριτσιού που έμενε κάποτε εδώ. Εσύ είσαι ακόμα πολύ μικρή, λογικά δεν θα ξέρεις τι συνέβη, αλλά το μόνο που θέλω να ξέρεις είναι πως το κορίτσι αυτό το λέγανε Φανή και όταν έμενε σε αυτό το σπίτι ήταν το πιο ευτυχισμένο και χαρούμενο κορίτσι του κόσμου. Θέλω λοιπόν και συ να συνεχίσεις την παράδοση και να προσπαθείς να χαμογελάς συνέχεια και να είσαι ευτυχισμένη.
Η μικρή με έκανε μια τεράστια αγκαλιά την οποία εκτίμησα πάρα πολύ και ανταπέδωσα. Πλέον είχα βουρκώσει. Δεν ήξερα ότι θα ήταν τόσο δύσκολο. Τουλάχιστον τώρα έχω την δυνατότητα να πω το τελευταίο αντίο που δεν είπα τότε στο σπίτι μου. Φεύγοντας από το σπίτι παρατήρησα ότι ένα πορτρέτο του πατέρα μου ήταν πεσμένο από τον τοίχο αλλά ξεσκονισμένο καλά. Χαμογέλασα λοιπόν στον πατέρα μου και τον χαιρέτησα με δάκρυα ακόμα στα μάτια στρατιωτικά. Ήταν στρατιωτικός και άφησε την τελευταία του πνοή 2 χρόνια πριν την λεηλασία. Θα είναι περήφανος για την απόφαση που πήραμε να ‘ρθούμε να επισκεφθούμε το σπίτι μας. Μόλις βγήκαμε στο κατώφλι χαιρετήσαμε μια για πάντα την οικεία του Στράτου Ιορδάνη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.